Archive for Ιουλίου 2010

Καλή σας ημέρα.

Ανάγνωση του υπολοίπου…

Advertisements

Άγιος Παντελεήμων

Άγιος Παντελεήμων

 

Ο  ΑΓΙΟΣ  ΚΑΙ  ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

       Μέσα εις το νέφος των μαρτύρων και αγίων της πίστεώς μας, οι οποίοι έδωσαν την ζωήν των δια την αγάπην των προς τον Χριστόν, περιλαμβάνεται και η μορφή του αγίου Παντελεήμονος.
       Νέος, γεμάτος σφρίγος και παλμόν, δύναμιν και θάρρος, εμαρτύρησε δια την Ορθόδοξον Πίστιν του. Με αποφασιστικότητα διεκήρυξε και διελάλησε την αλήθειαν της πίστεώς του εις όλους, όσοι κατά την εποχήν εκείνην ευρίσκοντο εις το βασίλειον του σκότους και του ψεύδους, της ειδωλολατρίας.
       Ηρνήθη να θυσιάση εις τα άψυχα και αναίσθητα είδωλα και παρ’ όλας τας κολακείας του βασιλέως Μαξιμιανού έμεινεν ακλόνητος και επροτίμησε να θυσιασθή και να καταστή έτσι κληρονόμος της ουρανίου Βασιλείας. Είλκυσεν εις τον Χριστόν και την πίστιν του όσους είχαν πραγματικόν πόθον και δίψαν να γνωρίσουν τον αληθινόν Θεόν.
       Σου ευχόμεθα, αγαπητέ αναγνώστα να σε εμπνεύση προς μίμησιν η αγία ζωή του Αγίου Παντελεήμονος και η ανάγνωσις του βίου του να γίνη αφορμή δια προσέγγισιν εις την πηγή του φωτός και των ιαμάτων, τον Χριστόν.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΙΔΡΥΜΑ «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»

       Ο άγιος αυτός έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού, ήτοι περί το 304. Κατήγετο από την πόλιν Νικομήδειαν. Ο πατέρας του Ευστόργιος ήτο ειδωλολάτρης. Η μητέρα του ωνομάζετο Ευβούλη, και ήτο χριστιανή. Όσην περιποίησιν έκανε ο πατέρας προς τα είδωλα, τόσην προθυμίαν και αγάπην προς την ορθόδοξον πίστιν εδείκνυε η μητέρα του, που με στοργή και αγάπην ανέτρεψε τον υιόν των Παντολέοντα (έτσι τον εί­χαν ονομάσει). Του έδινε όχι μόνον υλικήν τροφήν, αλλά και πνευματικήν. Όμως απέθανε ενωρίς η ευτυχισμένη Ευβούλη.
      
Ο Παντολέων αφού έμαθε τα πρώτα γράμμα­τα, εμορφώθη και εις τα Ελληνικά. Αργότερον, αφού έμαθε αρκετά και επροχώρησεν, ο πατέρας του τον έστειλε να μαθητεύση εις τον ξακουστόν ιατρόν Ευφρόσυνον. Πράγματι ο νέος, ευφυής κα­θώς ήτο, εξεπέρασε τους υπολοίπους συμμαθητάς του εις την επίδοσιν, μέσα εις σύντομον χρονικόν διάστημα.
      
Ητο πολύ ωραίος εις την όψιν. Εις την ομιλίαν γλυκύς και εις το παράστημα μέτριος και ταπεινός. Ήτο στολισμένος με τας αρετάς, και είχε τόσον καλήν διαγωγήν που διεκρίνετο εις τας συναναστροφάς του από τους συνομηλίκους του. ‘Ολοι όσοι τον επλησίαζαν ευχαριστούντο και έ­χαιραν διότι απεκόμιζαν πολλάς ωφελείας.
      
Ένεκα των αρετών του ο Παντολέων έγινε ξα­κουστός και φημισμένος εις ολόκληρον την Νικο­μήδειαν.
      
Αλλά και αυτός ο βασιλεύς, όταν κάποια ημέρα επήγε με τον πατέρα του Ευστόργιον εις το παλάτι και τον είδε, ήρωτησε και έμαθε δια τας αρετάς του Παντολέοντος. Όταν είδε την ορθήν του σκέψιν και τον καλόν του χαρακτήρα, εκάλεσε τον Ευστόργιον και τον παροτρύνε να σπουδάση τον υιόν του όσον το δυνατόν περισσότερον, ούτως ώστε να τον κάνη τέλειον ιατρόν, και εν συ­νεχεία να τον τοποθέτηση μέσα εις το παλάτι του.


Βαπτίζεται Χριστιανός
.

       Ο άγιος Ερμόλαος ήτο ιερεύς της εκκλησίας της Νικομήδειας την εποχήν εκείνην. Όμως ήτο κρυμμένος εις μίαν οικίαν μαζί με άλλους Χριστι­ανούς, επειδή εφοβούντο τον βασιλέα.
      
Καθώς λοιπόν έβλεπε τον νέον, που επερνούσε από την οικίαν καθημερινώς δια να πάη εις τον διδάσκαλόν του, διεπίστωσε και αντελήφθη ότι ο νέος αυτός έχει σεμνότητα και ήθος και εξ αυτών έκρινε ότι και η ψυχική του κατάστασις θα ήτο α­γαθή, όπως η αγαθή και καρποφόρος εκείνη γη που αναφέρει το Ευαγγέλιον.
      
Ενώ εσκέπτετο ο Ερμόλαος αυτά, ηθέλησε να δοκιμάση και να σαγήνευση τον Παντολέοντα και αφού ήνοιξε την θύραν της οικίας, τον εφώναξε δια να του ειπή κάτι. Ο Παντολέων εισήλθεν εις την οικίαν και ο άγιος τότε τον ηρώτησε περί της κα­ταγωγής του και περί του αντικειμένου της λα­τρείας των (δηλ. σε τι πιστεύουν). Ο νέος απήντη­σεν εις την ερώτησιν με όλην την αλήθειαν, ότι δηλαδή η μητέρα του ήτο Χριστιανή και ο πατέρας του Ειδωλολάτρης. Ο Ερμόλαος και πάλιν τον ηρώτησε λέγων: «Εσύ, παιδί μου, ποίαν θρησκείαν αγαπάς περισσότερον;» Και ο νέος απήντησεν ως εξής: «Όταν εζούσεν η μητέρα μου, με συνεβούλευε καθημερινώς να γίνω  χριστιανός. Και εγώ  αυτό εποθούσα να γίνω. Η μητέρα μου απέθανε, και έμεινα μόνος με τον πατέρα μου, ο οποίος με αναγκάζει να τον ακολουθώ εις την θρησκείαν και σκοπεύει να μου προσφέρη εις ένδειξιν τιμής θέσιν εις το παλάτι» Τον ξαναρωτά ο Ερμόλαος: «Ποίαν επιστήμην ακολουθείς, παιδί μου;» Και ο Παντολέων απεκρίθη λέγων: «Την Ιατρικήν, σεβα­στέ γέροντα, ακολουθώ. Αυτήν που εδίδαξεν ο Α­σκληπιός, ο Ιπποκράτης, ο Γαληνός και άλλοι σο­φοί. Απ’ όλα τα επαγγέλματα εις τον πατέρα μου, ήρεσε αυτό το επάγγελμα. ‘Αλλά και ο διδάσκα­λός μου με επληροφόρησε ότι εάν γίνω τέλειος ιατρός, δεν θα υπάρχη ασθένεια που να μην μπορώ να την θεραπεύσω». Τότε ο Ερμόλαος ευρών την κατάλληλον ευκαιρίαν, είπε προς τον νέον: «Πίστευσέ με, παιδί μου, ότι η επιστήμη του Ασκλη­πιού, του Γαληνού και των υπολοίπων σοφών που μου ανέφερες, μικρήν βοήθειαν μπορεί να προσφέρη εις αυτούς που την σπουδάζουν. Αλλά και αυ­τοί οι θεοί που προσκυνεί ο Μαξιμιανός, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψευδείς μύθοι, που τους πιστεύουν οι ανόητοι. Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Ιησούς Χριστός, εις τον οποίον εάν πιστεύσης εξ όλης της καρδίας σου, θα ιατρεύσης κάθε νόσον, χωρίς τα ιατρικά βότανα, με μόνην την Χάριν και δύναμιν Εκείνου. Ο Χριστός εφώτισε πολλούς τυφλούς, ανέστησε νεκρούς, εκαθάρισε λεπρούς, εθεράπευσε δαιμονιζομένους και αιμορροούντας, ιάτρευσε δυσθεραπεύτους ασθενείας και έκανε α­μέτρητα θαύματα. Αλλά και σήμερον ο Χριστός ευρίσκεται μεταξύ των πιστών δούλων Του, και τους βοηθεί να τελούν έργα που προκαλούν κατάπληξιν και δέος. Και τους πιστούς Του αυτούς τους καθιστά κληρονόμους της ουρανίου βασιλεί­ας Του».
       
Μόλις ήκουσε αυτά ο Παντολέων, ένοιωσε μεγάλην χαράν. Η καρδιά του εγέμισε ευφροσύνην και διεπίστωσεν, ότι όλα όσα τον έλεγεν ο ιερεύς ήσαν αληθή και δίκαια. Και απήντησεν ως εξής: «Άγιε γέροντα, όσα μου είπες τα ήκουσα και από την μητέρα μου πολλές φορές. Την έβλεπα να προσ­εύχεται και να επικαλήται τον Θεόν, που και εσύ κηρύττεις. Τον παρακαλούσε θερμώς να μας φωτίζη και να μας βοηθή».

Αφού ηυχαρίστησε ο Παντολέων, δια την διαφώτισιν και συμβουλήν τον Ερμόλαον έφυγε συνεχίσας τον δρόμον του. Όμως εντυπωσιάσθη από τους λόγους του Ερμολάου και δι’ αυτό πολλές φορές ήρχετο και ήκουε την διδασκαλίαν του. Τοι­ουτοτρόπως η πίστις του εις τόν Χριστόν ολίγον κατ’ ολίγον ηύξανε.
      
Μίαν ήμέραν ένω επέστρεφε από τόν διδάσκαλόν του, εύρεν εις τον δρόμον ένα παιδί που το εδάγκωσε φαρμακερό φίδι. Το παιδί απέθανε και η έχιδνα που το εδάγκωσε έστεκε πλησίον του. Ο Παντολέων μόλις είδε το συμβάν, ενεθυμήθη τους λόγους του Ερμολάου. Εσκέφθη λοιπόν ως εξής: «εάν ο Χριστός εκπλήρωση την απαίτησί μου ν’ αναστηθή το παιδί, και να θανατωθή το φίδι δεν χρειάζομαι άλλην διαπίστωσιν ούτε άλλην απόδειξιν των όσων με εδίδαξεν ο σεβάσμιος γέρων. Μάλιστα θα γίνω αμέσως Χριστιανός». Αφού έ­καμε προσευχήν, το παιδί την ίδια ώρα ανεστήθη σαν να είχε ξυπνήσει από βαθύν ύπνον. Η έχιδνα έγινε κομμάτια και εχάθη. Τότε ο Παντολέων εξ όλης της ψυχής και καρδίας του επίστευσεν εις τον Χριστόν. Και αφού έστρεψε τα μάτια του προς τον ουρανόν με πολλήν χαράν ευχαρίστησε και εδόξασε τον Κύριον, που τον ελύτρωσε από την πλάνην και από το σκοτάδι των ειδώλων, και τον ωδήγησεν εις την επίγνωσιν της αληθείας. Έπειτα τρέχων, επήγεν εις τον Ερμόλαον και του ανέφερε το γεγονός και με μεγάλην χαράν του εζήτησε να τον καταστήση τέλειον Χριστιανόν δια του Αγίου Βαπτίσματος. Ο Ερμόλαος με χαράν εδέχθη να τον βάπτιση, επειδή εγνώριζεν ότι το μύρον του Αγ. Πνεύματος θα το έβαζε εις εκλεκτόν σώμα. Αφού τον εβάπτισε τον εκοινώνησε του Δεσποτι­κού σώματος και αίματος και τον εδίδαξε περί των μυστηρίων της αληθούς μας πίστεως.
      
Πλησίον του αγίου γέροντος έμεινεν επτά η­μέρας πληρούμενος χαράς και τρεφόμενος με εκεί­να τα μελίρρυτα λόγια. Την ογδόην ημέραν έφυγε και επήγε εις την οικίαν του.
      
Από τότε «φρόντιζε με κάθε τρόπον να επιστρέψη τον πατέρα του εις την αληθινήν πίστιν. Δια τούτο μίαν ημέραν του είπε: «Διατί πατέρα, όσα είδωλα κατεσκευάσθησαν όρθια δεν εκάθησαν ποτέ, και όσα πάλιν κατεσκευάσθησαν καθήμενα ποτέ δεν εσηκώθησαν;». Ο Ευστόργιος δεν ημπό­ρεσε ν’ απάντηση εις τον υιόν του και μάλιστα ήρχισε ολίγον κατ’ ολίγον να ψυχραίνεται η ευλάβειά του προς αυτά, και δεν εθυσίαζε εις αυτά συχνά, όπως πριν.
      
Ο Παντολέων ευχαριστούσε τον Θεόν, διότι έ­βλεπε και διεπίστωνε την αλλαγήν του πατρός του και παρακαλούσε ασταμάτητα τον θεόν να τον φωτίση και να τον λύτρωση από την πλάνην και την αγνωσίαν το συντομώτερον. Εσκέπτετο να συντρίψη τα είδωλα που ευρίσκοντο εις την οικίαν του, αλλ’ όμως δεν ήθελε να λυπήση τον πατέρα του και δεν το έκαμε. Εσκέφθη ότι θα ήτο καλύτερον ο πατέρας του με τα λόγια να πιστέψη εις τον Χριστόν και αφού τον έπειθε, ο ίδιος ο πατέ­ρας του θα συνέτριβε τα είδωλα. «Όπερ και έγι­νε. Ο Θεός ήκουσε την προσευχήν του δούλου Του και οικονόμησε τα πράγματα με κατάλληλον τρό­πον, ώστε να φέρη εις την ευσέβειαν με ένα θαύ­μα τον Ευστόργιον.


Θεραπεύει τον τυφλόν.

       Εις την οικίαν του Ευστοργίου έφεραν ένα τυφλόν. Αφού εκτύπησαν την θύραν οι συγγενείς του τυφλού ηρώτησαν εάν ήτο μέσα ο ιατρός Παντολέων. Μόλις ήκουσε αυτός ότι τον εκάλεσαν, εβγήκε με τον πατέρα του έξω και ηρώτησαν τον τυφλόν τι εζητούσε. Εκείνος τους είπε:«Άριστε ιατρέ, επιθυμώ σφοδρώς το φως μου, διότι δεν υ­πάρχει εις τους ανθρώπους γλυκύτερον πράγμα. Σε παρακαλώ να λυπηθής την ταλαιπωρίαν και την συμφοράν μου και να με ελεήσης τον άθλιον. Διότι πολλοί ιατροί υπεσχέθησαν να με θεραπεύ­σουν, αλλά δεν ημπόρεσαν. Έχω μάλιστα εξοδεύσει όλην την περιουσίαν μου εις φάρμακα χωρίς να ιδώ καμμίαν απολύτως ωφέλειαν. Μάλιστα διεπίστωσα ότι και το ολίγον φως που είχα, το έχα­σα, και έμεινα όχι μόνον τυφλός αλλά και φτω­χός ο άθλιος».
       
Ο Παντολέων του είπε τότε: «Επειδή εξώδευσες όλην την περιουσίαν σου εις τους άλλους ια­τρούς και δεν είδες ωφέλειαν, εάν εγώ σε θεραπεύσω τί θα μου δώσης;» Και ο τυφλός απεκρίθη: «Σου χαρίζω μετά χαράς και προθύμως ό,τι μου απέμεινε από την περιουσίαν». Τότε του είπε: «Τους μεν οφθαλμούς σου θα θεραπεύση ο αληθής Θεός, δια μέσου μου, την δε αμοιβήν που μου υπεσχέθης θέλω να την διαμοίρασης εις τους πτω­χούς». Ο Παντολέων βεβαίως εμίλησε έτσι επειδή ήλπιζε εις την Χάριν και την δύναμιν του Χριστού. Ο πατήρ του όμως, επειδή ενόμισε ότι θα τον θεραπεύση με τα βότανα της ιατρικής επιστήμης, τον ημπόδισε λέγων. «Αγαπημένε μου υιέ, μην επιχειρής κάτι ανώτερον από την δύναμίν σου, μή­πως και ντροπιασθής αν αποτύχης. Τί άλλο μπο­ρείς εσύ να προσφέρης ή επιτύχης περισσότερον από τους υπολοίπους ιατρούς πού  δεν κατώρθωσαν να τον θεραπεύσουν;» Και εκείνος απεκρίθη: «Ουδείς άλλος δύναται να τον θεραπεύση, πατέρα, όπως εγώ, επειδή από τον διδάσκαλόν μου μέχρις αυτούς τους ιατρούς υπάρχει μεγάλη διαφορά». Ο πατέρας του επειδή ενόμισε ότι ωμιλούσε περί του διδασκάλου του Ευφροσύνου του είπε πάλιν: «Μα εγώ, παιδί μου, ήκουσα πως αυτόν τον τυφλόν τον επήγαν και εις τον διδάσκαλόν σου και τί­ποτα δεν κατώρθωσε να επιτύχη». Ο Παντολέων είπε προς τον πατέρα του: «Πρόσεχε πατέρα να διαπίστωσης ολοφάνερα την άλήθειάν μου». Και μόλις ετελείωσε τα λόγια του αυτά, άπλωσε το δεξιό του χέρι και έκανε το σημείον του Σταυρού εις τα μάτια του τυφλού, επικαλούμενος συγχρό­νως και το γλυκύτατον όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και, ω του θαύματος!, αμέσως ήνοιξαν τα μάτια του τυφλού, και ανέβλεψαν και τα μάτια του σώματός του και της ψυχής του, διό­τι ήτο ειδωλολάτρης. Μόλις λοιπόν είδε το θαύμα που του έγινε με την επίκλησιν του ονόματος του Χριστού, αμέσως επίστευσεν. Και όχι μόνον ο πρώ­ην τυφλός επίστευσεν, αλλά και ο πατέρας του Παντολέοντος, και μεγαλοφώνως διεκήρυξαν τον Χριστόν Θεόν αληθέστατον. Ο Άγιος Παντολέων εχάρη δοξάζων τον Κύριον και τους επήγε εις τον άγιον Ερμόλαον, ο οποίος και τους εβάπτισε.
      
Ο Ευστόργιος μόλις επέστρεψεν εις την οικίαν του συνέτριψε όλα τα είδωλα. Ύστερα απ’ ολίγον καιρόν, αφού έζησε εν μετανοία, απεδήμησε προς Κύριον.
      
Ο Παντολέων εμοίρασε όλην την περιουσίαν του, εις τους πτωχούς και τους φυλακισμένους. Ηλευθέρωσε τους δούλους του, εφρόντισε δια τους αδυνάτους και ασθενείς και όχι μόνον τους ιάτρευε από κάθε ασθένειαν, αλλά τους έδινε και αρκετά χρήματα δια να ζήσουν.
      
Εξ αιτίας των ευεργεσιών του αυτών, η φήμη του και το όνομά του διεδόθη παντού. Όσοι είχαν ασθενείς εζητούσαν, εκαλούσαν και επροτιμούσαν απ’ όλους τους ιατρούς τον Παντολέοντα. Αυτός αφού τους εθεράπευε, δεν εζητούσε πληρωμήν παρά μόνον τους εκαλούσε να ομολογήσουν τον Χριστόν τον μόνον αληθή θεραπευτήν των σωματικών και των ψυχικών πόνων. Έτσι όσοι επίστευαν εις τον Χριστόν εθεραπεύοντο διπλά, λαμβάνοντες την σωτηρίαν της ψυχής και την υγείαν του σώματος.


Φθονούν και συκοφαντούν τόν άγιον εις τον βασιλέα.

        Οι ιατροί της πόλεως, όταν είδαν ότι ο Παντολέων τελεί τόσα αξιοθαύμαστα πράγματα, τον εφθόνησαν.
      
Μίαν ημέραν ενώ εκάθοντο εις την αγοράν, είδαν τον πρώην τυφλόν που επερνούσε από εκεί. Μόλις λοιπόν τον είδαν υγιή εσυγχύσθησαν και έλεγαν μεταξύ των: «Μα δεν είναι αυτός που δο­κιμάσαμε με πολλούς τρόπους να τον θεραπεύσωμεν και τίποτα δεν επετύχαμεν;» Και τον ηρώτη­σαν, και έμαθαν ότι τον εθεράπευσε ο Παντολέων. Και εθαύμασαν λέγοντες: «Όπως είναι ο διδά­σκαλος σπουδαίος, έτσι ανέδειξε και τον μαθητήν του αξιοθαύμαστον». Πλην όμως από τότε εφθόνη­σαν περισσότερον τον άγιον και εζητούσαν αιτίαν να τον συκοφαντήσουν εις τον βασιλέα.
      
Ευρήκαν λοιπόν ένα χριστιανόν ομολογητήν που ετιμώρησε ο ασεβής Μαξιμιανός, εξ αιτίας της πίστεώς του, και τον οποίον περιέθαλπε και εφρόντιζεν ο Παντολέων. Έτρεξαν λοιπόν χωρίς χρονοτριβήν και είπαν εις τον βασιλέα: «Μεγαλειότατε, γνώριζε ότι ο Παντολέων, τον οποίον αγαπάς τό­σον και έχει σπουδάσει, ώστε να γίνη τέλειος ια­τρός, δια να τον έχης δια βοήθειαν εις καιρόν ανάγκης, τώρα ούτε την μεγάλην δύναμιν και εξουσίαν της βασιλείας σου φοβείται, ούτε τον ενδια­φέρει η φιλία και η αγάπη της βασιλείας σου. Περιέρχεται και ευρίσκει και θεραπεύει αυτούς που τιμωρεί τόσον δικαιολογημένα η βασιλεία σου και που είναι εχθροί των θεών σου. Αλλά δεν αρ­κεί μόνον ότι ηρνήθη την πατρικήν του θρησκείαν, και πιστεύει εις τον Εσταυρωμένον, αλλά διδά­σκει και άλλους Έλληνας, όσους μπορεί, δια να τους κάνη χριστιανούς. Εμείς λοιπόν οι δούλοι σου, ως πιστοί που είμεθα της βασιλείας σου, σου προτείνομε να τον βγάλης από το μέσον το συντομώτερον. Διότι ύστερα θα λυπηθής όταν ιδής τους έλληνας (ειδωλολάτρας) ν’ αρνούνται τους θεούς, και να γίνωνται χριστιανοί με τας ευεργε­σίας του, και μάλιστα τας θεραπείας του Ασκλη­πιού να διαδίδουν ότι τας τελεί ο Χριστός. Αν θέλης να μάθης την αλήθειαν των όσων είπαμε, πρόσταξε να έλθη εδώ ο τυφλός που ιάτρευσε ο Παντολέων να τ’ ακούσης και από τον ίδιον».
      
Ο βασιλεύς μόλις ήκουσε αυτάς τας πληρο­φορίας ελυπήθη και διέταξε να του παρουσιάσουν τον πρώην τυφλόν. Πράγματι ωδηγήθη ενώπιόν του, και ο βασιλεύς τον ηρώτησε με ποίον τρόπον τον εθεράπευσε ο Παντολέων και εκείνος ωμολόγησε την αλήθειαν χωρίς φόβον ή δειλίαν λέγων: «Με το όνομα του Χριστού με ιάτρευσεν και το εκπληκτικώτερον είναι ότι προτού τελείωση τους λό­γους του, τα μάτια μου ήνοιξαν και έτσι κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθή ότι μ’ εθεράπευσε με την ιατρικήν επιστήμην». Ο βασιλεύς τότε του είπε: «Εσύ λοιπόν τί παραδέχεσαι δι’ αυτό το θέμα. Ο Χριστός σ’ εθεράπευσε ή οι θεοί;» Και εκείνος απεκρίθη: «Ας εξετάσωμεν την υπόθεσιν καλώς και θ’ αποδειχθή η αλήθεια. Βλέπεις τους ιατρούς αυτούς που προσεπάθησαν να με ιατρεύσουν; Όμως παρ’ όλον ότι ευηργετήθησαν από εμέ, και εξώδευσα όλην μου την περιουσίαν εις τα φάρμακα, τίποτα δεν με ωφέλησαν, μάλλον μ’ έβλαψαν, διό­τι μου αφήρεσαν και το ολίγον φως που είχα. Ποί­ον λοιπόν πρέπει να ονομάσω ιατρόν και βοηθόν μου; Τον Ασκληπιόν που επικαλούνται εις βοή­θειαν αυτοί εδώ οι ιατροί και τίποτα δεν μου προσ­έφεραν ή τον Χριστόν που με τ’ όνομά του μόνον ο Παντολέων μου εχάρισε το φως που λαχταρούσα; Την απάντησιν, βασιλεύ, την ξέρει και ένας τυφλός και αγράμματος». Ο βασιλεύς μη γνωρί­ζων τι ν’ αποκριθή εις τον πρώην τυφλόν είπεν: «Μήπως είσαι ανόητος άνθρωπε; Ούτε καν ν’ αναφέρης ότι ο Χριστός σε ιάτρευσε. Οι θεοί σου έδω­σαν το φως και αυτό είναι ολοφάνερον». Τότε ο άλλοτε τυφλός, φωτισμένος εις την ψυχήν περισσό­τερον παρά εις το σώμα δεν εφοβήθη την βασιλι­κήν εξουσίαν ούτε τον θυμόν του βασιλέως. Εσκέφθη ότι θα ετιμωρείτο, αλλά με μεγάλο θάρρος είπε προς τον βασιλέα: «Συ βασιλεύ είσαι ανόη­τος που ισχυρίζεσαι ότι οι ψεύτικοι και αναίσθητοι θεοί σου μου έδωσαν το φως. Είσαι τόσον πολύ τυ­φλός όπως και αυτοί εδώ και δεν ημπορείς να διακρίνης την αλήθειαν που λάμπει περισσότερον από τον ήλιον».
      
Ο τύραννος βασιλεύς όταν ήκουσε αυτά εβεβαιώθη ότι όσα του είπαν οι ιατροί ήσαν αληθή. Αμέσως διέταξε και απεκεφάλισαν τον ευτυχή, άλλοτε τυφλόν που ήτο φίλος του Χριστού, συνή­γορος της αληθείας, μάρτυς αψευδής, ο οποίος εθυσιάσθη δια τον Χριστόν που τον εθεράπευσε και εμαρτύρησε δια την αγάπην Του.
      
Ο άγιος ήγόρασε μυστικώς το τίμιον λείψανόν του και το ενεταφίασε εκεί όπου έθαψε τον πα­τέρα του.


Μαρτύριον και θαύματα του αγίου.

       Ο βασιλεύς ειδοποίησε τον Παντολέοντα να πάη να τον συνάντηση. Ο άγιος ενώ επήγαινε προς αυτόν προσηύχετο λέγων: «Ο Θεός την αίνεσίν μου μη παρασιώπησης» και την συνέχειαν του ψαλμού. Όταν έφθασεν εις το παλάτι και παρουσιάσθη ενώπιον του βασιλέως, του είπε ο βα­σιλεύς: «Ήκουσα μερικά λόγια για σένα, Παντολέον, επιβαρυντικά. Δηλαδή ότι υβρίζεις, και πε­ριφρονείς τον Ασκληπιόν και τους άλλους θεούς. Ήκουσα ότι πιστεύεις εις τον Χριστόν και ισχυρί­ζεσαι ότι μόνον αυτός είναι αληθινός Θεός και τρέ­φεις ελπίδα εις αυτόν που εύρε τόσον ατιμωτικόν θάνατον. Γνωρίζεις, Παντολέον, πόσον σε αγαπώ και έδωσα εντολάς εις τον διδάσκαλόν σου να σε διδάξη όσον το δυνατόν καλύτερον την επιστήμην σου δια να σ’ εγκαταστήσω εις το παλάτι μου. Βέ­βαια γνωρίζαμεν ότι πολλοί εξ αιτίας του φθόνου των διαδίδουν και ψέματα. Δι’ αυτό και σε προσεκάλεσα να κάμης θυσίαν εις τους θεούς, δια να μάθωμεν την αλήθειαν». Ο άγιος απεκρίθη: «Τα έργα είναι αξιότερα, ω βασιλεύ, παρά τά λόγια όπως όλοι γνωρίζομεν. Εάν ερευνώμεν και εξετάζωμεν τα μικρά και τόσον ασήμαντα πράγματα εάν είναι αληθινά και γνήσια, πολύ περισσότερον επιβάλλεται να εξετάζωμεν με μεγάλην προσοχήν όσα αφορούν τον Θεόν, δια να μη ζημιωθώμεν. Διότι η ευσέβεια προς τον Θεόν είναι το υψηλότερον όλων των πραγμάτων. Ο Θεός λοιπόν που εγώ προσκυνώ και σέβομαι, εδημιούργησε τον ουρανόν, την θάλασσαν, την γην και όλον τον κόσμον. Αυτός ανέστησε νεκρούς, εφώτισε τυφλούς, εκαθάρισε λεπρούς, εσήκωσε παραλύτους και όλα αυ­τά τα θαύματα τα έκαμε μόνον με τον λόγον και την διαταγήν.
       Οι θεοί που προσκυνούν οι Έλληνες (ειδωλολάτραι) δεν γνωρίζω εάν έκαμαν ποτέ τέτοια έρ­γα ή εάν ημπορούν να κάμουν. Εάν ασφαλώς επιθυμής, βασιλεύ, ας δοκιμάσωμεν τώρα, δια να μάθης την αλήθειαν. Δώσε διαταγήν να φέρουν εδώ ένα ασθενή που να πάσχη από αθεράπευτον ασθένειαν και ας προσέλθουν οι ιερείς σας να παρακα­λέσουν τους θεούς των, όσον θέλουν, δια να τον θεραπεύσουν. Έπειτα να παρακαλέσω και εγώ τον Θεόν μου, με τ’ όνομα του οποίου θα ιατρευθή ο ασθενής. Αυτόν λοιπόν τον Θεόν πρέπει ν’ ονομάζωμεν αληθινόν και τους υπόλοιπους θα τους περι­φρονήσουμε». Οι λόγοι του Παντολέοντος άρεσαν εις τον βασιλέα, και αφού έδωσε εντολήν, έφεραν ένα παράλυτον καθισμένον εις το κρεββάτι του, ο οποίος δεν ημπορούσε να κινηθή καθόλου. Οι ιε­ρείς των ειδώλων έκαμαν την ανοσίαν δέησίν των, επικαλούμενοι επί πολλήν ώραν τους αναίσθητους θεούς των. Αυτοί ως κωφοί και άλαλοι δεν εισήκουσαν. Και ο άγιος τους εχλεύασε εξ αιτίας της μεγάλης αγνοίας των. Όταν τελικώς διεπίστωσαν ότι δέν ημπόρεσαν να κατορθώσουν τίποτα, είπαν προς τον άγιον να επικαλεσθή τον Θεόν του. Τότε ο Παντολέων εσήκωσε τα μάτια του και όλην την διάνοιάν του προς τον ουρανόν και είπε. «Κύ­ριε, εισάκουσον της προσευχής μου και η κραυγή μου προς σε ελθέτω. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού. Εν η αν ημέρα επικαλέσωμαί σε, ταχύ επάκουσόν με. Δείξον Δέσποτα εις αυτούς που δεν σε γνωρίζουν, ότι συ είσαι ο μόνος Θεός ο αληθής και ο παντοδύναμος». Έτσι είπε και αφού έπιασε τα χέρια του παραλύτου είπε: «Εν ονόμα­τι του Χριστού, ο οποίος ανορθώνει τους καταπλη­γωμένους και κτυπημένους, σήκω και περιπάτει». Τότε αμέσως ο λόγος έγινεν έργον. Και ο ασθενής εσηκώθη και περιεπάτησε με μεγάλην προθυμίαν και αγαλλίασιν. Όταν είδαν οι ειδωλολάτραι το θαύμα αυτό εξεπλάγησαν, και πολλοί ηρνήθησαν τα είδωλα, και επίστευσαν εις τον αληθινόν Θεόν. Οι βδελυροί όμως ιερείς εξηκολούθησαν να παρα­μένουν άπιστοι. Και αφού προσήλθαν εις τον βασι­λέα του είπαν. «Σε ορκίζομεν εις τους αθανάτους θεούς μας να μην αφήσης πλέον τον Παντολέοντα να ζήση ούτε μίαν ώραν, διότι θα εξαφάνιση την θρησκείαν μας και οι χριστιανοί θα γίνουν ισχυ­ροί και θα στραφούν εναντίον μας. «Ο βασιλεύς όταν τους ήκουσε, εκάλεσε πάλιν τον άγιον και εδοκίμασε να τον παραπλάνηση με κολακευτικά λό­για, μήπως τον πείση και συμφωνήση μαζί του. Αφού τίποτα όμως δεν κατόρθωσε ούτε με τας κο­λακείας ούτε με τας απειλάς να τον πείση, ήρχισε να τον τιμωρή με διάφορα βασανιστικά μέσα. Κατ’ αρχήν τον εκρέμασαν εις ένα ξύλον και τον εξέσχισαν με σιδερένια νύχια. Έπειτα κατέκαυσαν τας πλευράς του, και τα υπόλοιπα ευαίσθητα μέλη του.
       Αλλ’ ενώ το σώμα του αγίου και Μάρτυρος με αυτούς τους τρόπους ετιμωρείτο, ο νους του ήτο εστραμμένος προς εκείνον που ημπορούσε να του παράσχη βοήθειαν. Τα μάτια του ήσαν γυρι­σμένα προς τον ουρανόν και με θερμήν πίστιν προσηύχετο εις τον Κύριον νοερώς. Και ο Κύριος εισήκουσε την προσευχήν του, και έφθασε κατ’ εκείνην την στιγμήν μπροστά του με την μορφήν του Ερμολάου και του είπε, καθώς είναι πατήρ γνή­σιος και φιλόστοργος: «Μη φοβήσαι, διότι εγώ εί­μαι μαζί σου, βοηθός σου, εις όσα θα υποφέρης δι’ εμέ». Και αμέσως τα χέρια των στρατιωτών παρέ­λυσαν, αι λαμπάδες εσβήσθησαν, και αι πληγαί του αγίου εθεραπεύθησαν. Ο βασιλεύς εντροπιάσθη μόλις είδε τα όσα συνέβησαν και αφού διέταξε να τον κατεβάσουν από το ξύλον είπε προς τον άγιον: «Με ποίαν τέχνην και μαγείαν έκανες τα χέρια των στρατιωτών να παραλύσουν και τας λα­μπάδας να σβήσουν;»   Και   απεκρίθη:   «Η τέχνη και η μαγεία μου είναι ο Χριστός που αγαπώ και ο οποίος ευρίσκεται πλησίον μου και τελεί τα θαύ­ματα». Ο Μαξιμιανός τότε του είπε: «Αλλ’ εάν σε βάλω σε χειρότερα και σκληρότερα βασανιστήρια τί θα γίνης;» Και ο Άγιος απήντησε: «Τότε θα λάβω και εγώ μεγαλυτέραν βοήθειαν από τον Χριστόν μου».
       Διέταξε λοιπόν ο Μαξιμιανός και εγέμισαν με μολύβι ένα δοχείον μεγάλο και αφού το έβρα­σαν πολύ έβαλαν μέσα τον άγιον. Και πάλιν προσηύχετο και επεκαλείτο την βοήθειαν του Κυρίου λέγων. «Εισάκουσον ο Θεός της φωνής μου. Εν τω δέεσθαί με προς σε από φόβου εχθρού εξελού την ψυχήν μου» και εσυνέχιζε τον ψαλμόν.
       Και πάλιν παρουσιάσθη ο Κύριος με την μορφήν του Ερμολάου και εισήλθε εις το μεγάλο δο­χείον και αμέσως η φωτιά που το έβραζε έσβησε και ο μόλυβδος εκρύωσε. Ο Άγιος συνέχισε να ψάλλη το «Εγώ προς Θεόν εκέκραξα και εισήκουσέ μου».
       Όσοι ευρέθησαν εκεί εξεπλάγησαν και από­ρησαν δια το παράξενον γεγονός.
        Ο βασιλεύς πωρωμένος και αναίσθητος καθώς ήτο, δεν αντελήφθη ότι τα θαύματα αυτά ετελούντο από τον ισχυρόν και αληθινόν Θεόν. Αλλά τα εθεωρούσε ως μαντικάς επιτυχίας. Εσυλλογίζετο λοιπόν με ποίον άλλο βασανιστήριον θα ημπορού­σε να καταβάλη τον αήττητον Μάρτυρα. Αφού μά­λιστα συνεβουλεύθη τους άρχοντάς του, διέταξε να δέσουν εις τον λαιμόν του αγίου ένα μεγάλο λίθον και να τον ρίψουν εις την θάλασσαν. Οι στρατιώται έτρεξαν να εκτελέσουν την διαταγήν. Και ο Θεός πάλιν εφρόντισε να διαφύλαξη και βοηθήση τον δούλον Του που εκινδύνευε χάριν Αυτού. Μόλις τον έρριψαν εις την θάλασσαν επενέβη ο Χριστός καθώς φαίνεται και έκαμε την βαρειάν εκείνην πέτρα που είχε εις τον λαιμόν του ελαφροτέραν και από το φύλλον του δένδρου και έπλεε εις την θάλασσαν. Ο Άγιος περιεπάτησε επάνω εις το νερό της θαλάσσης, όπως άλλοτε ο πρωτό­θρονος Πέτρος, και εβγήκε εις τον αιγιαλόν σώος και αβλαβής. Ο βασιλεύς όταν τον είδεν εις την ξηράν εθαύμασε και του είπε: «Τί είναι αυτό που βλέπω, Παντολέον; Εξουσιάζεις δια της μαγείας σου και την θάλασσαν;» Και ό άγιος απεκρίθη: «Η διαταγή Εκείνου που την εξουσιάζει έκανε αυ­τό που βλέπεις. Πρέπει να ξέρης ότι η γη, η θάλασ­σα και όλα τα δημιουργήματα υπακούουν και υ­ποτάσσονται εις τον Θεόν περισσότερον απ’ ό,τι υ­πακούσουν εις σε οι υπηρέται σου».
       Η σκληρή και πωρωμένη καρδιά του βασι­λέως δεν άλλαξε καθόλου. Παρ’ όλον ότι είδε τό­σα και τόσα θαύματα ο ασυνείδητος, διέταξε να συγκεντρώσουν όλα τα άγρια θηρία της γης. Έ­πειτα θέλων να δείξη ότι λυπάται δήθεν τον άγιον, και δια να τον φοβίση του είπε: «Βλέπεις αυ­τά τα θηρία; Δια τον χαμόν σου τα έφεραν. Λυπή­σου λοιπόν τον εαυτόν σου. Εγώ λυπάμαι την νεό­τητα και ωραιότητά σου, μάρτυρές μου οι θεοί. Σε συμβουλεύω όπως ο πατέρας, να προτίμησης ως λογικός το συμφέρον σου, δια να μην αποθάνης πρόωρα με τέτοιον πικρόν θάνατον και να στερηθής την γλυκυτάτην και τόσον ποθητήν ζωήν».
       Ο άγιος απεκρίθη τότε: «Εάν δεν σε υπήκουσα προηγουμένως, πώς ελπίζεις να σε ακούσω τώ­ρα που είδα τόσην βοήθειαν από τον Θεόν μου; Ούτε καν να το σκεφθής λοιπόν ότι θα κάμω ποτέ θυσίαν εις τους δαίμονας. Διατί με απειλείς με τα θηρία σου; Εκείνος που παρέλυσε τα χέρια των στρατιωτών σου, και επάγωσε τον βραστόν μόλυβδον και εξήρανεν την θάλασσαν, θα κάμη και τα φοβερά σου θηρία ημερώτερα από τα πρόβα­τα».
       Ο άγιος δεν επείσθη από τον βασιλέα να προσκυνήση τα είδωλα και προτίμησε να ριφθή εις τα άγρια θηρία. Ο βασιλεύς όμως επέμενε και μάλι­στα του έδωσε προθεσμίαν τρεις ημέρας δια να σκεφθή και να θυσιάση εις τα είδωλα. Διαφορετικά θα εκτελείτο η διαταγή του και ο άγιος θα ερρίπτετο εις τα θηρία, δια να τον κατασπαράξουν. Το γεγονός αυτό διεδόθη εις ολόκληρον την πόλιν. Όλοι έτρεξαν δια να ιδούν τον ωραιότατον και ευγενή νέον που προετίμησε να ριφθή εις τα θηρία παρά να θυσιάση εις τα αναίσθητα είδωλα.
       Συνεκεντρώθη λοιπόν μεγάλο πλήθος εις το θέατρον και ο βασιλεύς εκάθισε εις υψηλήν εξέδραν. Έδωσε την διαταγήν, και αμέσως οι υπηρέται έ­συραν τον άγιον δια να τον ρίξουν εις τα άγρια θηρία. Ο άγιος με τόλμην και θάρρος επροχώρησε, επειδή είχε προστάτην και βοηθόν τον Χριστόν.
       Οι υπηρέται έρριξαν τον άγιον εις τον τόπον που τους ώρισαν, και απελευθέρωσαν όλα τα θη­ρία. Όλοι επερίμεναν να ίδουν τον Παντολέοντα να κατασπαράσσεται και να καταβροχθίζεται από τα πεινασμένα και άγρια θηρία. Η κακία των ανθρώ­πων εκείνων είχε ξεπεράσει και την αγνωσίαν των αλόγων ζώων, διότι δεν επροσκυνούσαν τον αληθινόν Θεόν και ετιμωρούσαν, όσους επίστευαν εις Αυ­τόν, με αγριότητες και ωμότητες. Και ο Θεός που μετατρέπει τα πάντα όπως θέλει, οικονόμησε και εδώ ούτως ώστε να φάνουν τα θηρία ήρεμα, και να γίνουν όπως τα λογικά όντα, και μιμηθούν την ημερότητα των ανθρώπων και να γίνουν ακόμη φανεροί μάρτυρες της κακίας των ανθρώπων και της αγαθότητος του θεού. 
       Τα θηρία επλησίασαν τον άγιον ωσάν λογικά δημιουργήματα με πολλήν ευλάβειαν, εκινούσαν την ουράν των και έγλειφαν τα πόδια του, συναγω­νιζόμενα ποίον θα επήγαινε μπροστά του να τον κολακεύση και να τον προσκύνηση. Και το κάθε θηρίον δεν έφευγε από κοντά του εάν δεν άπλωνε το χέρι του δια να το ευλόγηση.
       Το πλήθος σαν είδε αυτό το θαύμα εξεπλάγη. Όλοι μ’ ένα στόμα εφώναζαν «Μέγας και αψευδής ο Θεός των Χριστιανών, και ας αφεθή ο δίκαιος».
       Όταν ο ασύνετος βασιλεύς είδε ότι τα θηρία ηρνήθησαν να εκτελέσουν την προσταγήν του ωργίσθη τόσον πολύ, ώστε διέταξε να τα σκοτώσουν. Επί πολλάς ημέρας εκοίτοντο σκοτωμένα, χωρίς να πλησίαση κανένα πτηνόν από τα σαρκοφάγα δια να τα φάνε. Και αυτό συνέβαινε από τον Θεόν εις ένδειξιν τιμής προς τον Άγιον, δια να επιστρέψουν και άλλοι εις την ευσέβειαν. Κατόπιν ο βασιλεύς έ­στειλε ανθρώπους και τα έθαψαν. Ύστερα διέταξε να κατασκευασθή ένας τροχός και αφού τον τοπο­θετήσουν εις χώρον υψηλόν να δέσουν τον άγιον και μετά να κυλήσουν τον τροχόν προς τον κατήφορον, δια να λειώση τον Μάρτυρα. Αυτό βέβαια το εισηγήθησαν εις τον βασιλέα μερικοί τεχνίται εφευρέται της κακίας και ειδικοί εις το να βλάπτουν τους άλ­λους.
       Αλλ’ ο φιλάνθρωπος Κύριος προστάτης των πι­στών δούλων Του, επενέβη πάλιν εις την κατάλληλον στιγμήν, κατά την οποίαν θα άφηναν τον φοβερόν εκείνον τροχόν να κυλήση μαζί με τον Μάρτυρα που ήτο δεμένος εις αυτόν. Το φρικτό θέαμα έτρε­ξαν να το ίδουν όλοι οι κάτοικοι της πόλεως. 
       Άφησαν λοιπόν τον τροχόν να κυλήση οι υ­πεύθυνοι. Τότε προς έκπληξιν όλων, τα δεσμά ελύθησαν και ο τροχός έφυγε μόνος του και επλήγωσε και εθανάτωσε πολλούς από τους απίστους. Ο Άγιος έστεκε σώος δοξάζων και ευλογών τον Θεόν. Ο βασιλεύς που εξεπλάγη βλέπων τα όσα συνέ­βησαν εκάλεσε τον Παντολέοντα και του είπε: «Έ­ως πότε θα κάνης τέτοια υπερφυσικά πράγματα και άλλους μεν ανθρώπους της βασιλείας μου να θανατώνης και άλλους να τους κάνης εχθρούς των θεών και της βασιλείας μου; Ειπέ μας από πού εδιδάχθης τον Χριστιανισμόν;» Και ο άγιος ωμολόγησε την αλήθειαν και έφανέρωσε τον άγιον Ερμόλαον, επειδή εκρινεν ότι ένας τέτοιος θησαυρός δεν έπρεπε να μείνη κρυμμένος, αλλά έπρεπε να φανερωθή, δια να ωφελήση πολλούς.
      Έδωσε διαταγήν ο Μαξιμιανός να τους δείξη ο Παντολέων τον τόπον όπου διέμενε ο Ερμόλαος. Και ο άγιος υπήκουσε μετά χαράς, επειδή εγνώριζεν ότι ο Ερμόλαος θα έφερνε με το μέρος του και άλλους εις την ευσέβειαν. Ήξερε πολύ καλά ότι ο άγιος Ερμόλαος διέθετε ωραίον λόγον και σύνεσιν και ήτο ικανός να ελκύση και να διδάξη τους βαρβάρους, όπως πιστεύσουν εις τον αληθινόν Θεόν.
       Συνοδευόμενος λοιπόν ο άγιος Παντολέων από τρεις στρατιώτας που τον εφρουρούσαν, έφθασε εις την οικίαν όπου εκρύπτετο ο Ερμόλαος. Εκτύπησε την θύραν, και εβγήκεν έξω ο άγιος Ερμόλαος, ο οποίος είπε εις τον Παντολέοντα. «Πώς ήλθες μέχρις εδώ τέκνον μου;» Και εκείνος απήντησε: «Σε καλεί ο βασιλεύς, Κύριέ μου, και θέλει να πας προς αυτόν». Και ο Ερμόλαος πάλιν είπε: «Εγώ το ξέ­ρω, ότι επλησίασεν η ώρα μου ν’ αποθάνω, δια το όνομα του Χριστού μου, επειδή μου το εφανέρωσε και μου το απεκάλυψε με όραμα που είδα αυτήν την νύκτα».
       Οι στρατιώται συνέλαβαν τον Ερμόλαον και άλλους δύο χριστιανούς που ευρίσκοντο μαζί του. Όταν ωδηγήθη ενώπιον του βασιλέως και ηρωτήθη πώς ωνομάζετο και εάν είχε μαζί του και άλλους χριστιανούς, ο άγιος Ερμόλαος απήντησε, με την αλήθειαν που τον διέκρινε, ως εξής: «Το όνομά μου είναι Ερμόλαος. Έχω μαζί μου και άλλους δυο χριστιανούς τον Ερμοκράτην και τον Έρμιππον». Τότε διέταξε να τους οδηγήσουν και αυτούς ενώ­πιόν  του.  Αφού  παρουσιάσθησαν τους ηρώτησε: «Εσείς είσθε που παρεπλανήσατε τον Παντολέοντα και ηρνήθη τους θεούς;» Και εκείνοι γεμάτοι τόλμην και θάρρος απήντησαν: Ο Χριστός καλεί κον­τά Του τους αξίους». Ο βασιλεύς τότε τους είπε: «Να αφήσετε τους ανόητους και ανωφελείς λόγους σας κατά μέρος, και να με ακούσετε. Συμβουλεύσα­τε τον Παντολέοντα να θυσιάση εις τους αθανά­τους θεούς, εάν θέλετε βέβαια να σας έχω φίλους, και υπόσχομαι να σας δώσω αμέτρητα δώρα και αξιώματα». Και εκείνοι απήντησαν. «Μη γένοιτο να συμβουλεύσωμεν κάποιον να χάση την ψυχήν του. Όλοι εμείς οι Χριστιανοί έχομεν μίαν ασάλευτον γνώμην. Και καλύτερον ν’ αποθάνωμεν με χίλιους θανάτους και με διάφορα βασανιστήρια, παρά να προσκυνήσουμε τα κωφά και αναίσθητα είδωλα». Και όταν ετελείωσαν τα λόγια των αυτά έστρεψαν τα μάτια προς τον ουρανόν και προσηυχήθησαν εις τον Κύριον να τους προστατεύση από τας παγίδας του δαίμονος. Ο Κύριος εισήκουσε την προσευχήν των, και τους εφανερώθη και τους ενδυνάμωσε. Α­μέσως έγινε μεγάλος σεισμός εις εκείνον τον τόπον. Ο δε Μαξιμιανός έχων ταραγμένον νουν είπε: «Βλέπετε οι θεοί ωργίσθησαν εξ αιτίας σας και έ­καμαν σεισμόν». Και του απεκρίθη ο άγιος Ερμόλαος. «Αλλ’ εάν συμβή να πέσουν κάτω οι θεοί σου τι θα είπης;» Προτού τελείωση τον λόγον του, έφθα-σεν ένας υπηρέτης του παλατιού και είπεν εις τον βασιλέα: «Μεγαλειότατε, ήλθα να σου αναφέρω ότι οι θεοί έπεσαν κάτω και συνετρίβησαν». Οι τρεις Χριστιανοί εγέλασαν και εχλεύασαν τους φοβερούς θεούς που έσεισαν την γην και μετά συνετρίβησαν! Ο ασεβής τύραννος έγινε περισσότερον σκοτεινός όπως εκείνοι που τους πονούν τα μάτια και δεν η­μπορούν να ίδουν τον ήλιον.
       Ετιμώρησε τους τρεις μάρτυρες με διάφορα βασανιστήρια. Αφού διεπίστωσεν ότι δεν επρόκειτο να τους πείση και να υποχωρήσουν, έδωσε εντολήν και τους απεκεφάλισαν. Τα λείψανά των τα επήραν Χριστιανοί μυστικά, και τα έθαψαν με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν.
       Τον Παντολέοντα τον ωδήγησαν και πάλιν, κα­τόπιν διαταγής, εις τον βασιλέα. Όταν παρουσιάσθη, ο βασιλεύς του είπε: «Μάθε ότι ο διδάσκαλός σου Ερμόλαος και η συνοδεία του αντελήφθησαν το συμφέρον των και εθυσίασαν εις τους θεούς. Και εγώ ως ανταμοιβήν των τους ετίμησα όπως έπρεπε και τους έκανα πρώτους εις το παλάτι.
       Εάν τους μιμηθής και εσύ, θα διαπίστωσης πό­σον πάλιν τιμώ και επιβραβεύω εκείνους που υπα­κούουν. Ει δ’ άλλως αν επιμένης να μην θυσιάσης εις τα είδωλα, θα εξακρίβωσης πόσο σκληρά τιμω­ρώ τους παρηκόους και τους υπερόπτας. Λοιπόν εάν παρακούσης δεν θα γλυτώσης από τα χέρια μου, και μάλιστα εντός της σήμερον θα θανατωθής με φοβερόν θάνατον. Ο Μάρτυς του Χριστού, μόλις ετελείωσε ο βασιλεύς τους λόγους του αυτούς, φω­τισθείς υπό του Αγίου Πνεύματος αντελήφθη την δολιότητα και πανουργίαν του βασιλέως και τον ηρώτησε πού ευρίσκοντο οι τρεις που εθυσίασαν εις τα είδωλα! Και ο μιαρός βασιλεύς είπε προς τον Παντολέοντα. «Δεν είναι εδώ τώρα. Τους έστειλα δια κάποιαν υπηρεσίαν εις την πόλιν». Και ο Άγι­ος τότε του είπεν. «Αν και είσαι φίλος του ψεύδους, τώρα είπες την αλήθειαν, διότι τώρα αυτοί ευρί­σκονται εις τους ουρανούς, εις την πόλιν της άνω Ιερουσαλήμ και χαίρονται».
       Όταν λοιπόν είδε ο ανόητος βασιλεύς ότι δεν ημπορούσε να πείση τον Παντολέοντα ούτε με κολα­κείας ούτε με δωρεάς, ούτε με απειλάς ούτε με άλλας τιμωρίας, διέταξε, επειδή έγινε έξω φρενών, να δείρουν τον άγιον δια να ικανοποιηθή η μοχθηρία του και ο θυμός του. Εν συνεχεία εξέδωσε απόφασιν να τον αποκεφαλίσουν και το λείψανόν του να το ρίξουν εις την φωτιάν να το κάψουν.


Το τέλος του αγίου.

       Οι στρατιώται οδήγησαν τον άγιον εις τον τό­πον της εκτελέσεως. Καθ’ οδόν επειδή εγνώριζε ότι επρόκειτο να ησυχάση από την ταλαιπωρίαν και την θλίψιν, έψαλλε χαίρων. «Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου. Και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι» και εσυνέχισε τον ψαλμόν αυτόν. Και πάλιν συνέβη ένα μεγάλο θαύμα. Ενώ έδεσαν τον άγιον εις μίαν ελαίαν και ο δήμιος κατέβασε το ξίφος να τον απο­κεφάλιση ω του θαύματος! η κόψις του ξίφους εγύρισε και ελύγισε όπως το κερί. Οι στρατιώται ετρόμαξαν πολύ από το γεγονός αυτό και έπεσαν εις την γην λέγοντες: «Πιστεύομεν ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός και σε παρακαλούμεν να μην μας εναντιωθής. Συγχώρησέ μας και κάνε δέησιν προς τον Θεόν δια να δεχθή την μετάνοιάν μας».
       Ο Άγιος τότε τους ήκουσε και προσηυχήθη θερμώς εις τον Κύριον και δι’ αυτούς. Αμέσως μετά την προσευχήν ηκούσθη φωνή από τον ουρανόν, η οποία έλεγε: «Εισηκούσθη ήδη η προσευχή σου και όλα όσα εζήτησες θα γίνουν. Από τώρα δεν θα ονομάζεσαι Παντολέων αλλά Παντελεήμων, διότι όσοι θα επικαλούνται τ’ όνομά σου δια των πρεσβει­ών σου θα ευρίσκουν ευσπλαγχνίαν και έλεος». Μό­λις ήκουσε την φωνήν ο άγιος αντελήφθη ποίων χα­ρισμάτων ηξιώθη και ετιμήθη παρά του Κυρίου.
      Τότε ενεθάρρυνε τους στρατιώτας να μην φοβη­θούν και να εκτελέσουν την διαταγήν. Εκείνοι πά­λιν δεν ετολμούσαν, επειδή εξηκρίβωσαν την δύναμιν του Χριστού. Ο άγιος Παντελεήμων τους εξηνάγκασε να εκτελέσουν την απόφασιν του τυράννου. Εκείνοι, επειδή δεν ήθελαν να παρακούσουν τον Άγιον, αφού τον κατεφίλησαν, και έδειξαν την αγάπην και την ευλάβειάν των, του έκοψαν την τιμίαν κεφαλήν την 27ην Ιουλίου του έτους 304.
       Ο Θεός επειδή ήθελε να δοξάση τον άγιον Παντελεήμονα, έκανε και άλλα πολλά θαύματα. Το δένδρον της ελαίας εις το οποίον «εδέθη ο άγιος ήτο ξηρόν. Αμέσως όμως εβλάστησε και εκαρποφόρησε. Ο βασιλεύς μάλιστα σαν έμαθε αυτό το γε­γονός διέταξε να κόψουν την ελαίαν. Διέταξε ωσαύ­τως να κατακαύσουν το σώμα του Αγίου.
       Οι στρατιώται όμως εμιμήθησαν τους Μάγους που δεν επέστρεψαν εις τον Ηρώδην. Αυτοί λοιπόν διέφυγαν και διεκήρυτταν παντού τον Χριστόν και όλα τα θαύματα του Θεού.
       Το δε λείψανον του Αγίου μερικοί Χριστιανοί το επήραν και μ’ ευλάβειαν το έθαψαν με μύρα και θυμιάματα εις ένα τόπον έξω της πόλεως που ωνομάζετο του Σχολαστικού Αδαμαντίνου.
       Αυτό είναι το μαρτύριον του ιαματικού Παντε­λεήμονος. Η μνήμη του εορτάζεται την 27ην Ιου­λίου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ  Ήχος γ’

 

       Αθλοφόρε άγιε, και ιαματικέ Παντελεήμον, πρέσβευε τω ελεήμονι Θεώ, ίνα πταισμάτων άφεσιν, παράσχη ταις ψυχαίς ημών.

Έτερον.  Ήχος γ’.  Θείας Πίστεως.

 

       Θείων τρόπων σου, τη επιστήμη, νέμεις άμισθον, την θεραπείαν, των ψυχών και των σωμάτων εν Πνεύματι. όθεν ημάς πάσης νόσου απάλλαξον, Παντελεήμον ελέους θησαύρισμα. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ.   Ήχος πλ. α’.  Αυτόμελον.

 

       Μιμητής υπάρχων του ελεήμονος και ιαμάτων την χάριν παρ’ αυτού κομισάμενος, αθλοφόρε και μάρτυς Χριστού του Θεού, ταις ευχαίς σου τας ψυχικάς ημών νόσους θεράπευσον, απελαύνων του αεί πολεμίου τα σκάνδαλα, εκ των βοώντων απαύστως. σώσον ημάς Κύριε.

ΕΚΔΟΣΙΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ   «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»

 

ΠΗΓΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ
 

π.Αντώνιος Αλεβιζόπουλος:Ο Λευίτης που μισήθηκε από τους αιρετικούς

π.ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ: Ο ΛΕΥΙΤΗΣ ΠΟΥ ΜΙΣΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ

 

π.ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ:

Ο ΛΕΥΙΤΗΣ ΠΟΥ ΜΙΣΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ

 

Κλείνουμε ευλαβικά το γόνυ σε έναν ΑΝΘΡΩΠΟ που αφιέρωσε ΟΛΟΚΛΗΡΗ τη ζωή του στην ΑΓΑΠΗ προς τον πλανεμένο αδελφό. Την ΕΥΧΗ σου πάτερ άγιε Αντώνιε!


Το 1978 που ήλθε ο αείμνηστος Πατριάρχης Δημήτριος στην Αθήνα συνέβη το εξής χαρακτη­ριστικό στιγμιότυπο, το οποίο διηγήθηκε σε συ­νεργάτρια της Π.Ε.Γ., γνωστός μας ιερέας.  Βρι­σκόμουνα, είπε ο ιερέας  στο ιερό του Μη­τροπολιτικού Ναού Αθηνών. Ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος ήλθε στο ιερό να χαιρετήσει τον Πατριάρχη που εκείνη τη στιγμή καθόταν. Όταν έσκυψε να φιλήσει το χέρι του, ο Δημήτριος ση­κώθηκε όρθιος και του είπε: Εγώ να σκύψω να φιλήσω το χέρι Σας. Εγώ μπορεί να μη σώσω καμμία ψυχή, εσείς όμως σώζετε πολλούς.

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε εκατοντάδες τέτοιες δηλώσεις από Πατριάρχες, Μητρο­πολίτες, ιερείς, διακεκριμένους πολίτες διεθνούς ακτινοβολίας από την Ελλάδα και το εξωτερικό, που ομιλούν για την προσωπικότητα του ακαταπόνητου ποιμένα μακαριστού π. Αντωνίου και το σωτήριο έργο του.

Ο Ρώσσος Καθηγητής Alexander Dvorkin συ­μπυκνώνει χαρακτηριστικά όλους όσους αναφέ­ρονται στα χαρίσματα του φλογερού αγωνιστού και το επωφελές έργον του. Όταν ήμουν στην Ελλάδα  γράφει σε επιστολή του ο κ. καθηγη­τής μετά την κοίμηση του πατρός  είδα πόσο πολύ ετιμάτο και εθαυμάζετο στη χώρα του. Μέ­σα από τη δουλειά του, από τα γραφόμενά του, από τα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά προγράμματα του, ήταν γνωστός από όλους και είχε βοη­θήσει χιλιάδες ανθρώπων, βρίσκοντάς τους μέσα στο σκοτάδι της αυταπάτης και φέρνοντάς τους πίσω στο Χριστό. Ακαδημαϊκοί και μαθητές, πο­λιτικοί και άνθρωποι ταπεινών επαγγελμάτων, καλλιτέχνες και αγρότες, νέοι και γέροι, κλήρος και λαός, όλοι έρχονταν σ αυτόν, όλοι είχαν την ανάγκη από τη βοήθειά του, τη συμβουλή του. Ήταν ένας λαμπρός ποιμένας και ενδιαφερόταν για τις ψυχές εκατοντάδων ανθρώπων. Και με όλες του τις δραστηριότητες και τη ζωή του, πα­ρέμεινε ο δικός μας ιερέας, παράδειγμα προς μίμηση, έτοιμος να εγκαταλείψει τα πάντα, προκει­μένου να σώσει ένα χαμένο πρόβατο.

Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, κ. κ. Χριστόδουλος, Μητροπολίτης τότε Δημητριά­δος, σε επιστολή του στην αείμνηστη πρεσβυτέ­ρα του π. Αντωνίου, έγραφε μεταξύ άλλων: Η προς Κύριον εκδημία του φιλτάτου συζύγου σας και αγαπητού μας αδελφού εν Χριστώ αειμνή­στου π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου ύπηρξε βαρύ πλήγμα δια την στρατευομένην επί γης Εκκλησίαν μας, η οποία είχεν εύρει εις το πρόσωπόν του τον αδιαφιλονίκητον πρωταγωνιστήν του αγώνος αντιμετωπίσεως των ποικίλων εχθρών της Εκκλησίας.

Μοναδική,  ναι, μοναδική  εξαίρεση αποτε­λούν οι δηλώσεις του ιερέα π. Φιλοθέου Φάρου στο περιοδικό Μετρό. Γράφει ο συντάκτης του άρθρου μεταξύ άλλων:

Του περιοδικού Διάλο­γος, λέει ο πατέρας Φιλόθεος Φάρος που … εκπλήσσει με το λόγο του, ηγείτο ο πατέρας Αλεβιζόπουλος, σαλεμένος άνθρωπος με έμμονες ιδέες καταδίωξης. Παντού ανακάλυπτε μαύρες δυνάμεις. Αυτοί οι άνθρωποι και αυτό το κλίμα εξυπηρετεί όλες τις εξουσίες.

Τι να πει κανείς τώρα γι’ αυτές τις δηλώσεις ποιμένα της Εκκλησίας που μόνος αυτός δεν κατάλαβε, ότι το πρόβλημα των αιρέσεων και της παραθρησκείας αποτελεί το πιο σημαντικό ποιμαντικό πρόβλημα της Εκκλησίας μας. Πρό­κειται για ένα καθ’ αυτό οντολογικό ζήτημα κι όχι μόνον πρόγραμμα αντιμετώπισης εχθρών της Ορθόδοξης Πίστεώς μας. Εκφράζουμε όχι μόνο την πικρία μας, αλλά και την αγανάκτησή μας γι’ αυτές τις δηλώσεις, οι οποίες αποτελούν πισώπλατη βολή εναντίον του έργου της Π.Ε.Γ. και του Διορθοδόξου Συνδέσμου Πρωτοβουλιών Γονέων.

Η δήλωση αυτή του π. Φιλοθέου Φάρου τί­θεται κάτω από την παράγραφο του συντάκτου του άρθρου που λέγει: Καταδικάζονται συλλή­βδην οι άλλες θρησκευτικές δοξασίες, ο διαλογι­σμός και η γιόγκα, τα κέντρα ψυχικής υγιεινής, οι πολεμικές τέχνες, η ομοιοπαθητική, ο βελονι­σμός (ολιστική ιατρική) κ.λ.π.. Όπερ έδει δείξαι, θα λέγαμε για τον π. Φιλόθεο Φάρο, όπως έλεγαν οι μαθηματικοί, παλαιότερα, μετά την απόδειξη θεωρημάτων της Γεωμετρίας.

Με τον π. Φιλόθεο Φάρο είχαμε ασχοληθεί και στο παρελθόν και συγκεκριμένα στο τεύχος 13 του Διαλόγου του 1998, με αφορμή την έκδοση βιβλίου του και την ομολογία του σε ρα­διοφωνική συζήτηση στην εκπομπή του π. Κων­σταντίνου Στρατηγοπούλου.

Έγραψε και είπε ο π. Φιλόθεος ότι διαλογισμός και προσευχή είναι το ίδιο πράγμα. Και γράψαμε τότε στο σχόλιό μας ότι: όσοι επαινούν ή παραδέχονται εκδηλώσεις της ασιατικής πνευματικότητας συντελούν αθελήτως ή όχι  στην ευόδωση του καταστρο­φικού έργου των αιρέσεων στη χώρα μας. Είναι οι ηθικοί αυτουργοί στην παγίδευση ανύποπτων ανθρώπων από οργανώσεις αντίθετες και ασυμ­βίβαστες με την ορθόδοξη πίστη.

Με την απαράδεκτη και περίεργη δήλωσή του στο περιοδικό Μετρό ο π. Φιλόθεος Φά­ρος συμπορεύτηκε λεκτικά, δυστυχώς, με τις νε­οφανείς ολοκληρωτικές αιρέσεις και τις ομάδες της παραθρησκείας που πολέμησαν τον π. Αντώνιο, τον συκοφάντησαν και τον εμίσησαν, γιατί στάθηκε εμπόδιο στα σχέδιά τους να εξουδετερώσουν την άμυνα της Εκκλησίας και να εμποδίσουν ν’ ακουστεί η φωνή της στη χώρα μας.

Ναι ο π. Αντώνιος μισήθηκε από τις αιρέσεις. Μισήθηκε απ΄ όλους εκείνους που ενσυνείδητα διάλεξαν την πλευρά του σκότους, απ’ όλους εκείνους που ενσυνείδητα διάλεξαν να εναντιωθούν στο Θεό.

Θα θυμίσουμε στον π. Φ. Φάρο ότι παρόμοιο λεξιλόγιο χρησιμοποίησε ο αποβιώσας δημοσιο­γράφος Βασίλης Ραφαηλίδης ο οποίος σε δημοσίευμά του απεκάλεσε τον αείμνηστο πατέρα Αντώνιο ψυχοπαθη (Ναζισμός με άλλο πρό­σωπο, σελ. 241-274).  Γράφει στο κεφάλαιο αυτό ο π. Αντώνιος, ότι ο κ. Ραφαηλίδης, επαφίεται στην χριστιανική μας ανεκτικότητα και μεγαλοθυμία, όταν αναφέρει ισχυρισμούς γεγονό­των αναληθών.

Λάσπη και συκοφαντίες εξαπέλυσε εναντίον του π. Αλεβιζοπούλου η Σαηεντόλοτζυ, ο Τάκης Αλεξίου και άλλοι πολλοί που κινούνται στους χώρους των νέων κοσμοθεωριακών κινήσεων ή συνηγορούν υπέρ αυτών όπως ο κ. Κουναλάκης και άλλοι. Και είναι μάλλον αυτονόητο να συ­μπεριφέρονται έτσι οι πάσης φύσεως ομάδες και να αποκαλούν θρησκευτικό φανατισμό το ποι­μαντικό έργο της Εκκλησίας που ξεσκεπάζει το αληθινό πρόσωπο των ομάδων αυτών και προ­ειδοποιεί ότι αυτές είναι ασυμβίβαστες προς την Ορθόδοξη πίστη.

Όταν όμως ορθόδοξοι κληρικοί κάνουν τέ­τοιου είδους δηλώσεις ή συμμετέχουν σε εκδηλώσεις και σεμινάρια των ομάδων, όπως έκανε ορθόδοξος καθηγητής θεολογίας ή ακολουθούν την Βασούλα και παρευρίσκονται στις ομιλίες της κ.λ.π., τότε βάλλεται πισώπλατα το έργο

Το άρθρο είναι αναδημοσίευση από το ιστολόγιό μας

ΦΩΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Φως στον Κόσμο

 

ΦΩΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

του π. Γεωργίου Μεταλληνού

«Υμείς εστε το φως του κόσμου»

Η Εκκλησία μας, προβάλλει σήμερα στο πλήρωμά της τις μορφές των Αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμ. Συνόδου (Χαλκηδόνα, 451 μ.Χ.)…. Ο εκκλησιαστικός όρος «Πατήρ» είναι προ πάντων συνυφασμένος με την θυσία για την Ορθοδοξία και την αναίρεση της αιρέσεως. Μια, βιαστική έστω, θεώρηση της αιρέσεως θα υπογραμμίση την σημασία των Πατέρων στη ζωή της Εκκλησίας.

Εκκλησία και κόσμος

Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας, σαν σώματος Χριστού, στον κόσμο είναι η συνεχής εν Χριστώ μεταμόρφωση του κόσμου. Η ελεύθερη, χωρίς καταναγκασμό, εκκλησιοποίηση του κόσμου. Όλες οι πτυχές της ζωής μας και οι δομές της να φωτισθούν από την ζωοποιό χάρη της χριστιανικής αληθείας. Να γίνη «βασιλεία Χριστού» ο κόσμος μας. «Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» είναι η εντολή του Χριστού μας. Αν η Εκκλησία κάποια στιγμή έπαυε να έχη σαν στόχο της την εκκλησιοποίηση του κόσμου, θα ήταν σαν να ηρνείτο τον εαυτό της, θα έχανε την ταυτότητά της. Τί ήταν όμως ο κόσμος, όταν η Εκκλησία ξεκινούσε την πορεία της μέσα στην ιστορία; Μια εύγλωττη εικόνα της καταστάσεως του κόσμου, και τότε και σήμερα, μας δίνει ο Απ. Παύλος στο α’ κεφάλαιο της προς Ρωμαίους Επιστολής του. Είναι ακόμη χαρακτηριστικοί οι λόγοι του ίδιου Αποστόλου στους Χριστιανούς της Εφέσου: «Ήτε ποτέ σκότος, νυν δε φως εν Κυρίω» (Εφεσ. ε’ 8). Σαν φως στο σκοτάδι του κόσμου έλαμψε η Εκκλησία. Όσοι δεχόντουσαν ελεύθερα την κλήση της και γίνονταν μέλη της, δεχόντουσαν την πίστη της και την ζωή της. Ένωναν ουσιαστικά και οργανικά την ζωή τους με την ζωή της και ζούσαν με την αλήθειά της. Αυτή την ολοκληρωτική αλλαγή ζητούσε -και ζητά- η Εκκλησία. Να γίνη ο άνθρωπος και η ανθρώπινη κοινωνία «καινή κτίσις» (Γαλ. στ’ 15).

Ανάγκη καθολικής αναγεννήσεως

 Για να γίνη όμως αυτό πραγματικότητα, πρέπει να αφήση ο άνθρωπος να αναγεννηθή στην αλήθεια της Εκκλησίας. Να βαπτισθή δηλ. όχι μόνο σωματικά, αλλά να βαπτισθή και πνευματικά. Να θάψη όχι μονάχα την παλαιά του φύση, αλλά και τον παλαιό «έσω άνθρωπον», για να είναι τέλειος ο εγκεντρισμός του στο σώμα του Χριστού. Και είναι πολλοί εκείνοι, που σ’ όλους τους αιώνες φαίνονται πρόθυμοι να ανταποκριθούν στην απαίτηση αυτή. Άγιοι, όπως ο ι. Αυγουστίνος, ο άγ. Κυπριανός, η οσία Μαρία η Αιγυ­πτία είναι από τα δυνατώτερα παραδείγματα μιας αναγεννητικής εντάξεως στο σώμα της Εκκλησίας. Δεν είναι όμως λίγοι και εκείνοι, που παρά την αυτοπροαίρετη έξοδό τους από τον κόσμο και την ένταξή τους στη ζωή της Εκκλησίας, δεν θέλουν να παραιτηθούν τελείως από την παλαιά ζωή τους. Συμβαίνει δηλ. σ’ αυτούς, ό,τι στους Ισραηλίτες, που αν και ανέπνευσαν τον αέρα της ελευθερίας, νοστάλγησαν στην έρημο τα σκόρδα και τα κρεμμύδια της Αιγύπτου (Αριθμ. ια’ 5)! Μπαίνοντας στην Εκκλησία, δεν ελευθερώνονται από το «φρόνημα του κόσμου». Δεν αποβάλλουν τις παλαιές ιδέες και αντιλήψεις τους, τον παλαιό τρόπο σκέψεως και ζωής τους. Έτσι καταντούν να δέχονται από την διδασκαλία του Χριστιανισμού, ό,τι τους ευνοεί ή τους συμφέρει. Δέχονται ένα μέρος της Χριστιανικής αλήθειας, όχι όμως ολόκληρη την αλήθεια. Έτσι δημιουργούν ένα δικό τους Χριστιανισμό, που τον παρουσιάζουν όμως σαν Χριστιανισμό της Εκκλησίας. Άλλοι πάλι δέχονται την αλήθεια, που τους προσφέρει η Εκκλησία κατά το δικό τους τρόπο, την «ερμηνεύουν» με τις δικές τους προϋποθέσεις, όχι σαν αναγεννημένες εν Χριστώ υπάρξεις, αλλά κατά τις διαθέσεις των καρδιών τους.

Ιδεολογικοποίηση της Πίστεως

 Πρόσωπα με τέτοιες τάσεις και προϋποθέσεις, σε οποιαδήποτε εποχή, υποκαθιστούν με μια δική τους ιδεολογία (θεωρία) την πίστη της Εκκλησίας. Αυτό το γεγονός στην γλώσσα της Εκκλησίας ονομάζεται αίρεση. Το να παρουσιάζη δηλ. κανείς τις δικές του πεποιθήσεις σαν διδασκαλία της Εκκλησίας, και την δική του ερμηνεία (κατανόηση) της θείας Αποκαλύψεως σαν ερμηνεία της Εκκλησίας. Είναι λοιπόν φανερό, πως η αίρεση δημιουργεί κακό πολύ μεγαλύτερο από την αμαρτία. Ο αμαρτωλός έχει την δυνατότητα κάθε στιγμή να σωθή, κάνοντας χρήση των λυτρωτικών μέσων της Εκκλησίας. Ο αιρετικός κόβεται από το σώμα της Εκκλησίας αμετάκλητα. Γιατί δεν πιστεύει στην Εκκλησία σαν κιβωτό της θείας Αποκαλύψεως. Πιστεύει μόνο στον εαυτό του, και κάνει το λογικό του κριτήριο της «παραδοθείσης πίστεως» (Ιούδ. 3). Θεοποιεί δηλ. τον εαυτό του, που τον δέχεται σαν αυθεντία. Κάθε αίρεση είναι εξάνθημα της ίδιας αρρώστιας, του ανθρώπινου εγωισμού. Είναι πτώση, όπως εκείνη των Πρωτοπλάστων, που έβαλαν το δικό τους θέλημα πάνω από το θέλημα του Θεού, και ζήτησαν να σωθούν με τις δικές τους δυνάμεις. Ο αιρετικός όμως συνήθως δεν κόβεται μόνο ο ίδιος από την εκκλησιαστική κοινωνία. Σχίζει συγχρόνως και το σώμα του Χριστού και καταστρέφει την ενότητα της Εκκλησίας. Εξ ίσου όμως τρομερό είναι, ότι η αίρεση επιφέρει…

Καταστροφή και της κοινωνικότητος της Εκκλησίας

 Η αίρεση δεν καταστρέφει μόνο την πνευματική ενότητα της Εκκλησίας, αλλά και την κοινωνικότητά της. Αλλοιώνει την δομή και τον χαρακτήρα της κοινωνίας της. Όπως η πίστη της Εκκλησίας δεν μένει μια υπόθεση του λογικού, αλλά δημιουργεί φρόνημα ορθόδοξο στον άνθρωπο, που σαρκώνεται σε συγκεκριμένο τρόπο ζωής, την εκκλησιαστική κοινωνία, έτσι και η αίρεση δημιουργεί φρόνημα αιρετικό, που έχει σαν συνέπεια αιρετικό τρόπο ζωής, αιρετική -όχι δηλ. γνήσια χριστιανική- κοινωνία. Η Ορθοδοξία, σαν απόλυτη κατάφαση της θείας Αποκαλύψεως, είναι το θεμέλιο της ζωής της Εκκλησίας, συνέχεια της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο. Μία πίστη όμως αποσπασματική και τεμαχισμένη, όπως είναι η πίστη των αιρέσεων, οδηγεί στην πραγμάτωση ενός νόθου σώματος, που δεν μπορεί να είναι συνέχεια της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο, και συνεπώς ούτε φανέρωση του Χριστού στην ζωή του Σώματός του, της Εκκλησίας.

Αν λοιπόν η Εκκλησία μας σήμερα ονομάζη «Φως» τους αγίους Πατέρας, είναι γιατί με τον αγώνα και τη μαρτυρία τους άφησαν το Φως του Χριστού, την Ορθοδοξία, να φωτίζη και να σώζη τον κόσμο. Δέχθηκαν όλο το φως του Χριστού και το πρόσφεραν στον κόσμο, σ’ αντίθεση με τους αιρετικούς, που νοθεύουν το φως του Χριστού με το δικό τους το σκοτάδι….

Δείτε επίσης..
π. Γεώργιος Μεταλληνός
Αναμφίβολα και δικαίως κατέχει τον τίτλο ενός εκ των συγχρόνων σπουδαιοτέρων θεολόγων. Ο Αιδεσ. π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομότ. Καθηγητής… (6/5/2010)

  ΠΗΓΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ

Απλή ζωή και αλληλεγγύη (Σεβ. Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας)

 
Απλή ζωή και αλληλεγγύη (Σεβ. Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας)
alopsis

ΑΝ-ΕΠΙΚΑΙΡΑ

Στο σημερινό μου κήρυγμα, αδελφοί μου Χριστιανοί, θά αναφερθώ σέ μιά κατάσταση πού πλήττει τήν πατρίδα μας αυτόν τόν τελευταίο καιρό. Καί η κατάσταση αυτή είναι η οικονομική κρίση. Κανείς μας δέν πρέπει νά είναι αδιάφορος σ’ αυτό τό θέμα, γιατί όλοι μας αποτελούμε μέλη τού ίδιου συνόλου. Σέ μιά τέλεια κοινωνία ο ένας νοιάζεται καί κοπιάζει γιά όλους καί όλοι νοιάζονται καί κοπιάζουν γιά τόν ένα.
Αλλά πολύ περισσότερο δέν πρέπει νά είναι αδιάφορη γιά τήν οικονομική κρίση τής πατρίδας μας η Εκκλησία, εμείς οι παπάδες καί οι δεσποτάδες. Καί δέν πρέπει νά είμαστε αδιάφοροι πρώτον μέν, γιατί καί εμείς οι ιερείς καί αρχιερείς είμαστε κι εμείς πολίτες μέλη τού συνόλου καί θά υποφέρουμε κι εμείς, λοιπόν, μαζί μέ τό σύνολο. Δεύτερον δέ, δέν πρέπει νά είναι αδιάφορη η Εκκλησία γιά τήν οικονομική κρίση, γιατί η Εκκλησία είναι, πρέπει νά είναι, Μάνα τού λαού Της. Δέν μπορεί, λοιπόν, νά αδιαφορή η Εκκλησία στό δράμα τών παιδιών Της.
Από τήν αρχή τού κηρύγματός μου θέτω, αγαπητοί μου, τό καυτό ερώτημα: Φταίει η Εκκλησία, καί πιό συγκεκριμένα, φταίμε εμείς οι παπάδες καί οι δεσποτάδες γιά τήν οικονομική κρίση πού περνάει τώρα η Ελλάδα;
Σάς απαντώ μέ ευθύτητα: Ναί, φταίμε γιά δυό λόγους. Πρώτον μέν, φταίμε, γιατί δέν κηρύξαμε δυναμικά σέ σάς τόν ασκητικό τρόπο ζωής, πού γράφει τό Ευαγγέλιο καί πού έζησε ο Χριστός, οι Απόστολοι καί όλοι οι Άγιοι. Οι Άγιοι, αγαπητοί μου, δέν ήταν καλοπερασάκηδες. Καί ο Χριστός μας στή γή πού ήρθε, δέν έζησε μιά άνετη καί πλούσια ζωή, αλλά έζησε φτωχικά. Η κούνια Του ήταν η φάτνη. Καί τό τελευταίο κρεββάτι, πάνω στό οποίο ακούμπησε τό κουρασμένο Του Σώμα καί είπε τό «Τετέλεσται», ήταν δύο καρφωμένα ξύλα, άγρια ξύλα τού βουνού, πού σχημάτιζαν τόν Σταυρό! Δέν σάς κηρύξαμε, Χριστιανοί μου, τόν απλό τρόπο ζωής, πού πρέπει νά ζούμε σάν Χριστιανοί καί έτσι η σπατάλη στά υλικά αγαθά φέρνει τήν οικονομική κρίση. Αυτό τό λέω ότι συμβαίνει γενικά καί άσχετα μέ τήν τωρινή κρίση πού διερχόμαστε. Καί δεύτερον, φταίμε εμείς οι κληρικοί, γιατί δέν σάς δώσαμε τό παράδειγμα τού φτωχού παπά καί τού φτωχού δεσπότη, άν καί οι παπάδες τής δικής μας επαρχίας, μέ τά μικρά της χωριά, ζούν γενικά φτωχικά.
Γιά τήν δημιουργηθείσα κρίση, αδελφοί, τώρα ιδιαίτερα πρέπει νά εφαρμόσουμε τό Ευαγγέλιο πού μιλάει γιά αγάπη τού ενός πρός τόν άλλον καί γιά αλληλοβοήθεια. Όλοι μας σάν άνθρωποι αποτελούμε ένα σύνολο, αλλά σάν Χριστιανοί βαπτισμένοι, αποτελούμε μία οικογένεια, πού λέγεται Εκκλησία. Στήν Εκκλησία πρέπει νά νοιώθουμε ότι είμαστε αδελφοί, ότι είμαστε παιδιά τού ίδιου Πατέρα, τού Θεού μας. Επομένως, ο ένας πρέπει νά νοιάζεται καί νά φροντίζη γιά τόν άλλον. Έτσι ζούσαν οι πρώτοι Χριστιανοί καί δέν υπήρχε φτωχός ανάμεσά τους. Γιατί αυτός πού είχε έδινε σ’ αυτόν πού δέν είχε. Μπορείτε, αγαπητοί μου, νά φαντασθήτε σέ μιά οικογένεια ο ένας νά τρώη κρέας καί ο άλλος νά πεινάη; Δέν είναι οικογένεια αυτή. Αλλά έτσι πρέπει νά νοιώθουμε καί γιά τήν ευρύτερη οικογένειά μας, τήν κοινωνία. Νά σκεπτόμαστε τόν άλλον καί όσο μπορούμε νά ανακουφίζουμε τήν δυσκολία του.
Όπως μάς λέγουν οι ειδικοί, θά έρθουν καί δυσκολότερες μέρες. Αλλά δέν πρέπει νά απογοητευόμαστε καί νά τά χάνουμε. Άς ρωτήσουμε τούς σεβαστούς μας παππούδες καί γέροντες νά μάς πούν μέ πόσες δυσκολίες καί μέ πόση φτώχεια κύλησε η ζωή τους… Καί όμως! Επειδή είχαν πίστη στόν Θεό έπαιρναν κουράγιο καί δύναμη καί τά έβγαζαν πέρα. Καί περισσότερα παιδιά έκαναν καί καλά τά ανέτρεφαν καί τά σπούδαζαν καί τά παρέδωσαν καλούς ανθρώπους στήν κοινωνία. Πολλοί από εσάς εδώ, πού μέ ακούτε τώρα, είστε παιδιά τέτοιων γονέων, πτωχών, αλλά πιστών στόν Θεό καί αγωνιστών γονέων. Άς πάρουμε, λοιπόν, μαθήματα καί ωραία διδάγματα από τούς αγιασμένους αυτούς παππούδες μας.
Αλλά καί άλλα έθνη πέρασαν καί περνούν παρόμοιες κρίσεις. Τίς ξεπέρασαν όμως μέ τήν λιτότητα καί τήν αλληλεγγύη. Εγώ νομίζω, αδελφοί μου, ότι όση δυσκολία καί νά έχουμε δέν θά μάς αφήση ο Θεός. Η ιστορία, καί η παλαιότερη καί η νεώτερη ιστορία, μάς λέει ότι, όταν ο άνθρωπος αντιμετώπισε οικονομική δυσκολία, στρεφόταν στήν γή. Η γή στά ιερά μας κείμενα λέγεται «μητέρα» καί μάλιστα λέγεται «τρισάγαθη» μητέρα. Λέγεται «τρισάγαθη» γι’ αυτά τά τρία: Από τήν γή καταγόμαστε (από χώμα είναι τό σώμα μας), από τούς καρπούς τής γής τρεφόμαστε καί σ’ αυτήν πάλι επανερχόμαστε μέ τόν θάνατό μας!
Η Αγία Γραφή, στό πρώτο κιόλας βιβλίο της, στήν Γένεση, μάς μιλάει γιά τά δύο πρώτα επαγγέλματα: Γιά τήν γεωργία καί γιά τήν κτηνοτροφία. Ο Κάϊν ήταν γεωργός καί ο Άβελ ήταν βοσκός προβάτων. Θά τό πληρώσουμε πολύ ακριβά, αδελφοί Χριστιανοί, τό ότι εγκαταλείψαμε τά δύο αυτά πρώτα επαγγέλματα. Πίνουμε τό γάλα, αλλά τήν κατσίκα καί τό πρόβατο δέν τά βοσκάμε. Καί τρώμε τούς καρπούς τής γής, χωρίς όμως νά τήν σπέρνουμε καί νά τήν καλλιεργούμε.
Άς μήν απογοητευόμαστε! Δέν θά μάς αφήση ο Θεός. Θά μάς δώση φώτιση καί θά βρούμε τρόπους, γιά νά ανταπεξέλθουμε στήν κρίση. Άς ακουμπήσουμε τήν ελπίδα μας σ’ Αυτόν. Όμως είναι ανάγκη νά εφαρμόσουμε τά δύο αναγκαία γιά τήν περίσταση μηνύματα: ΑΠΛΗ ΖΩΗ καί ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ!
(Δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό τής Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως «Απλή Κατήχηση», τ. 40, Απρ. 2010)

 

Hello world!

Welcome to WordPress.com. This is your first post. Edit or delete it and start blogging!