Posts from the ‘ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΖΩΗ’ Category

Η Ορθοδοξία μας. <>

Ἡ Ὀρθοδοξία μας. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος». Π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος.

Ἡ Ὀρθοδοξία μας 
π.Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος  
Δρ. Θεολογίας, Δρ. φιλοσοφίας
θ) «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος» (Ἰω. α΄ Ι) (σελ.188-189)
Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης δηλώνει πολύ χαρακτηριστικά τή Θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τή σχέση Του πρός τόν Πατέρα: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρός τόν Θεόν» (Ἰω. α΄ 1-2).
Ἐδῶ ἡ σημασία τῆς «ἀρχῆς» εἶναι ἀπόλυτος, δέν ἀναφέρεται σέ σχέση μέ κάτι ἄλλο καί σημαίνει τήν ὕψιστη φύση (Μ.Βασιλ.). Μέ αὐτή τήν ἔννοια ὁ Λόγος εἶναι ἑνωμένος μετά τοῦ Πατρός· «ἐν αὐτῷ» ὑπῆρχε προαιωνίως, ἀνάρχως.
Ὁ ἄνρθωπος μέ τή σκέψη του δέν μπορεῖ νά ξεπεράσει τό «ἦν» νά ἐννοήσει κάτι ἀρχαιότερο τῆς «Ἀρχῆς». Ἔτσι πρέπει νά συνδέσει μέ τόν Πατέρα αὐτόν πού ἐγεννήθη ἀπό τόν Πατέρα· εἶναι «ὁ Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ» (Ἀποκ. α΄ 8. Πρβλ. στιχ. 4, ια΄17).
Ἐδῶ χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος Λόγος, ὄχι Υἱός, γιά νά γίνει κατανοητό πώς ἡ γέννησή Του ἀπό τόν Πατέρα εἶναι ἀπαθής, ὅπως ἡ γέννηση τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου. Ἡ φράση λοιπόν «ἐν ἀρχῇ ἦν ὀ Λόγος» σημαίνει ταυτόχρονα τήν ἀΐδιο ὕπαρξη, τήν ἀπαθή γέννηση καί τήν συνύπαρξη μέ τόν Πατέρα.

Ἀλλά λέγει ἀκόμη πώς «ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν», γιά νά δηλώσει τό ἰδιαίτερο γνώρισμα τῆς ὑπόστασης, τοῦ Λόγου.  Δέν λέγει «ἐν τῷ Θεῷ» καί μ’ αὐτόν τόν τρόπο δέν δίνει καμιά λαβή πρός σύγχυση τῆς ὑπόστασης τοῦ Υἱοῦ μέ τήν ὑπόσταση τοῦ Πατρός.  Οἱ λέξεις «Πατήρ» καί «Υἱός» δέν εἶναι διάφορα ὀνόματα ἑνός καί μόνον προσώπου, ἀλλά διακρίνουν τήν ὑπόσταση τοῦ Πατρός ἀπό τήν ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ.
Τό ὅτι δέ ὁ Λόγος ἔχει ἰδία ὕπαρξη καί δέν συγχέεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Πατρός, μαρτυρεῖ ἡ συνέχεια τοῦ στίχου: «Καί ὁ Θεός ἦν ὁ Λόγος». Ἐάν δηλαδή ὁ Λόγος ὑπῆρχε μόνο στήν καρδιά, ὅπως ὁ ἀνθρώπινος λόγος, τότε πώς θά μποροῦσε νά γεννηθεῖ ὡς Θεός; Πῶς θά μποροῦσε νά ὑπάρξει «πρός τόν Θεόν», δηλαδή πλησίον τοῦ Θεοῦ; (Μ. Βασίλειος).
Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν ἐξέρχεται, δέν διασκορπίζεται στόν ἀέρα, ὅπως ὁ ἀνθρώπινος λόγος. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει δική του ὑπόσταση·  εἶναι ἰδιαίτερο πρόσωπο (Ψαλμ. ριη΄ 9).
Μ’ αὐτόν  τόν τρόπο ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀποδεικνύεται πώς εἶναι Θεός ἀληθινός, ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ·  ὅτι προϋπάρχει μετά τοῦ Πατρός, ἀσυγχύτως καί ὅτι ἔχει ἰδιαίτερη προσωπική ὑπόσταση. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἀφοῦ περιέγραψε μέ σαφήνεια τή φύση τοῦ Λόγου, σάν νά τόν ἐγνώριζε μέ σαφήνεια τή φύση τοῦ Λόγου, σάν νά τόν ἐγνώριζε πλέον, τόν ὑποδεικνύει φωναχτά: «Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρός τόν Θεόν»!
Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «Ἡ Ὀρθοδοξία μας».
Ἔτος 1994
σελίδες 188-189
Διαβάστε περισσότερα αποσπάσματα από το βιβλίο πατώντας  Η Ορθοδοξία μας
___________ΠΗΓΗ ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ
Advertisements

Η Ορθοδοξία μας

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011


Ὀρθοδοξία μας. Ὅλοι οἱ χαρακτηρισμοί
πρέπει νά προσαρμόζονται στόν ὅρο «Υἱός». Π. Ἀντώνιος
Ἀλεβιζόπουλος.

ρθοδοξία μας

π.ντώνιος λεβιζόπουλος

Δρ. Θεολογίας, Δρ. φιλοσοφίας

 

ζ)
λοι ο χαρακτηρισμοί πρέπει νά προσαρμόζονται στόν ρο «Υός». (σελ.185-186)

 

Πολλοί
αἱρετικοί προσπαθοῦν νά βροῦν στήν ἁγια Γραφή ἐκφράσεις, πού νά στηρίζουν τήν κενοδοξία τους, πού στρέφεται ἐναντίον τοῦ μεγάλου μυστηρίου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου (Α΄ Τιμ. γ΄ 16)· θέλουν νά «ἀποδείξουν» τάχα πώς ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα.

Τοῦτο βέβαια εἶναι ἀνόητη προσπάθεια, γιατί ἀπό τή στιγμή πού τόν
παραδέχονται ὡς Υἱό,
δέν μπορεῖ ποτέ νά εἶναι κτίσμα τοῦ «γεννήτορος».

 

Κάθε
υἱός προέρχεται ἀπό αὐτόν πού τόν γεννᾶ
καί ὄχι ἔξω ἀπό αὐτόν. Ἄν δεχθοῦμε πώς ὁ Θεός ἔχει Υἱόν,
τότε τό πρᾶγμα ἔληξε, ἔστω καί ἐάν θά μπορούσαμε νά βροῦμε στήν ἁγία Γραφή ἐκφράσεις, ὅπως τό «ἐποίησε», «ἔκτισε» ἤ καί «ἐδημιούργησε»· ὅλες αὐτές οἱ ἐκφράσεις, ἀφοῦ πρόκειται πραγματικά γιά υἱό, χρησιμοποιοῦνται μέ μία καί μόνη ἔννοια: μέ τήν ἔννοια τοῦ «ἐγέννησε»!

 

Γιατί
ἁπλούστατα οἱ λέξεις δέν προηγοῦνται ἀπό τίς οὐσίες ἀλλά ἀκολουθοῦν τίς οὐσίες. «Οἱ λέξεις δέν παρασύρουν τήν φύσιν, ἀλλά μᾶλλον ἡ φύσις ἕλκει τάς λέξεις πρός ἑαυτήν καί τάς μεταβάλλει» (Μ. Ἀθαν.).

 

Ὅταν ἡ οὐσία εἶναι
δημιούργημα, τότε τό «ἐποίησε», τό «ἐγένετο» καί τό «ἔκτισε» σημαίνουν τή δημιουργική πράξη. Ὅταν ὅμως ἡ οὐσία εἶναι «γέννημα» καί «υἱός», τότε βέβαια τό «ἐποίησε», τό «ἐγένετο» καί τό «ἔκτισε» δέν κυριολεκτοῦνται, χρησιμοποιοῦνται μέ διαφορετική ἔννοια καί δέν σημαίνουν
κτίσμα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ἡ προσευχή τοῦ Ἐζεκίου, βασιλιά τῆς Ἰουδαίας, ὅταν σηκώθηκε ἀπό τό κρεββάτι τῆς ἀρρώστειας του:

 

«…ἀπό γάρ τῆς σήμερον παιδία ποιήσω,

ἅ ἀναγγγελοῦσι τήν δικαιοσύνην σου» (Ἡσ. λη΄ 19).,

διότι
ἀπό τήν ἠμέραν αὐτήν θά «ποιήσω»τέκνα, πού θά

διακηρύξουν
τήν δικαιοσύνη Σου.

 

Ποιός
θά μποροῦσε ἐδῶ νά ἀμφιβάλει πώς ἐπρόκειτο γιά γνήσια παιδιά
τοῦ Ἐζεκία, τά ὁποῖα θά ἐγεννῶντο
ἀπό τήν ἴδια του τήν φύση καί ὄχι ἔξω ἀπό
αὐτήν, ὅπως π.χ. οἱ γλύπτες «ποιοῦν»
τά ἀγάλματα; Γίνεται φανερό πώς ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο γιά τέκνα τοῦ Ἐζεκία, ἡ λέξη «ποιήσω» ἔχει ἐδῶ τήν ἴδια σημασία μέ τό «γεννῶ» (πρβλ. καί Γέν. δ΄1: «ἐκτησάμην ἄνθρωπον»· μη΄ 5: «οἱ δύο υἱοί σου οἱ γενόμενοί σοι»· Ἰώβ α΄ 2).

 

Ἐφ’ ὅσον λοιπόν ὁ Χριστός εἶναι ὄντως Υἱός τοῦ Θεοῦ, τότε περιττεύουν ἐντελῶς οἱ συζητήσεις, ἔστω καί ἐάν ἡ ἁγία Γραφή χρησιμοποιοῦσε ὁποιεσδήποτε ἐκφράσεις γιά τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ. Γιατί
ὅλες οἱ ἐκφράσεις καί οἱ χαρακτηρισμοί, πρέπει νά προσαρμόζονται στόν ὅρο «Υἱό τοῦ Θεοῦ»!

 

 

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο « ρθοδοξία μας».

Ἔτος 1994

σελίδες 185-186

 

Διαβάστε
περισσότερα αποσπάσματα από το βιβλίο πατώντας Η Ορθοδοξία μας

ΠΗΓΗ ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ

Το αλφαβητάρι της αρετής

Το αλφαβητάρι της αρετής

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Ά ρχιζε πάντα απ’ το Θεό και πάντα τελείωνε μαζί του

Β ίου το κέρδος είν’ αυτό: τη μέρα σου καλά να τελειώνεις

Γ νώριζε όλα τα καλά έργα των δικαίων

Δ εινόν το να πεινάει κανείς, μα φοβερότερος ο πλούτος ο παράνομος

Ε υεργετείς; Μάθε λοιπόν πως το Θεό μιμείσαι.

Ζ ήτα απ’ το Θεό να σου είναι σπλαχνικός, σαν όμως εύσπλαχνος είσαι και εσύ

Η  σάρκα η ανθρώπινη να συγκρατείται πρέπει και να δαμάζεται γερά

Θ υμό χαλίνωνε, μη πέσεις έξω από τη λογική

Ί σια ψηλά το βλέμμα σου, στη γλώσσα να ‘χεις μέτρο

Κ λειδί στ’ αυτιά να βρίσκεται, το γέλιο σου να ‘ναι σεμνό

Λ υχνάρι να πορεύεται η λογική μπροστά από κάθε σου έργο

Μ η σου γλυστράει κάτω απ’ ότι φαίνεται, εκείνο που υπάρχει

Ν α ερευνάς τα πάντα με το νου, όμως να πράττεις όσα επιτρέπονται

Ξ ένος πως είσαι, μάθε το καλά. Γι’ αυτό τίμα τους ξένους

Ό ταν στη γαλήνη ταξιδεύεις, τότε να θυμάσαι τη φουρτούνα

Π άντα να δέχεσαι ευχάριστα, όσα από το Θεό προέρχονται

Ρ αβδί να σε χτυπά του δίκαιου καλύτερα, παρά ο κακός να σε τιμά

Σ τις θύρες των σοφών να πηγαινοέρχεσαι, μακρυά απ’ τις θύρες των πλουσίων

Τ ο μικρό, μικρό δεν είναι όταν σε κάτι μέγα οδηγεί

Ύ βριν χαλίνωνε, μακρυά απ’ την έπαρση μέγας σοφός να γίνεις

Φ υλάξου συ απ’ το πέσιμο, σαν όμως άλλος πέσει, μη γελάς

Χ άρισμα το να σε φθονούν, αίσχος και μέγα, να φθονείς εσύ

Ψ υχή που στο Θεό προσφέρεται, είναι η καλύτερη θυσία

Ω, ποιος θα τα φυλάξει όλα αυτά; Αυτός και θα σωθεί!

http://vatopaidi.wordpress.com/

Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:

ΠΗΓΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΝΕΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Μητροπολίτης Πειραιώς για Μπίλντεμπεργκ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ & ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
Ἀκτὴ Θεμιστοκλέους 190, 185 39 ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ, Τηλ. +30 210 4514833 (19), Fax +30 210 4528332 e-mail: impireos@hotmail.com

Ἐν Πειραιεῖ τῇ 3ῃ Ἰουνίου 2011

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

Καθώς
βαθαίνει ἡ κρίση καί ἡ ὕφεση συγκλονίζει τήν χώρα μας οἱ ἐκβιασμοί τῆς
Κυβέρνησης διά στόματος τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν ἀποδεικνύουν
ἐναργέστατα τήν βασιμότητα τῆς γνωστῆς δήλωσης τοῦ πρ. Διευθύνοντος
Συμβούλου τοῦ ΔΝΤ περί «προεκλογικῶν ὑπογείων διαδρομῶν» διά τήν
οἰκονομική ὑποδούλωση καί ἐξαθλίωση τῆς χώρας μέ στοχοθεσία τήν
ἀπομείωση τῶν οἰκονομικῶν της ἀξιῶν καί μεγεθῶν καί τήν ἁρπαγή τοῦ
φυσικοῦ της πλούτου καί τῶν βασικῶν ὑποδομῶν της σέ ἐξευτελισμένες τιμές
ἐφαρμόζοντας τήν γνωστή μέθοδο τῶν ἁρπακτικῶν τοῦ διεθνιστικοῦ
συστήματος.

Ναυαρχίδα
ὅλου αὐτοῦ τοῦ δολίου καί αἰσχροῦ σχεδιασμοῦ εἶναι ἡ σατανοκίνητη λέσχη
Μπίλντεμπεργκ, πού ἀποτελεῖ τόν πολιτικό βραχίονα τοῦ διαμονιώδους
Σιωνιστικοῦ τέρατος καί ἡ ὁποία εἶναι ἡ συντονίστρια τῶν διαφόρων
μασονικῶν καί ναζιστικῆς ὑφῆς ὀργανώσεων πού στοχεύουν στήν παγκόσμια
ὀλιγαρχική καί τυρρανική διακυβέρνηση. Πρῶτα μέλη τῆς ναυαρχίδας ὑπῆρξαν
ὁ Πολωνοεβραῖος Ρότζερ Ρέντιγκερ καί ὁ ναζιστής πρίγκηπας Μπέρνχαρντ
τῆς Ὀλλανδίας, χρηματοδότες δέ ὅλος ὁ «καλός» κόσμος Σιωνιστές καί
Ναζιστές Ρότζιλντ, Ροκφέλερ, Schiff, Kuhn, Loeb, Οὐόλεμπεργκ κλπ. Αὐτή ἡ
ὀργάνωση ἀνέλαβε νά δημιουργήσει ὅλα τά διεθνῆ ὄργανα πού θά
ὑπηρετούσαν δῆθεν τήν παγκόσμια εἰρήνη.

Γιά
παράδειγμα τόν Ο.Η.Ε. τοῦ ὁποίου τό κτίριο κτίστηκε σέ οἰκόπεδο τῶν
Ροκφέλερ. Ὁ μακροβιότερος Γραμματέας του ἦταν ὁ διαβόητος Κούρτ Βάλτ
Χάιμ, σκληρός ναζιστής μέ κατηγορίες γιά ἐγκλήματα κατά τῆς
ἀνθρωπότητος. Καριέρα μεγάλη ἔκανε στόν Ὀργανισμό ὁ ἐπίσης διαβόητος
Κόφι Ἀνάν, σύζυγος τῆς ἀνεψιᾶς τοῦ Οὐόλεμπεργκ, ἑνός ἀπό τούς κύριους
χρηματοδότες τῆς Λέσχης Μπίλντεμπεργκ.
Μέ
πρόσχημα τό «ἀντικομμουνιστικό ἄλλοθι» δημιούργησαν ὅλες τίς ὀργανώσεις
πού ἐλέγχουν τόν πλανήτη. Δημιούργησαν τήν Παγκόσμια Τράπεζα μέ πρῶτο
Πρόεδρο τόν ἑβραῖο Εὐγένιο Μάγιερ, πατέρα τῆς Κ. Γκράχαμ, ἡ ὁποία εἶναι
ἡγετικό στέλεχος τῆς Λέσχης Μπίλντεμπεργκ.


ἔλεγχος τῶν Διεθνῶν Ὀργανισμῶν ὅπως τοῦ ΟΗΕ, τῆς Παγκόσμιας Τράπεζας,
τοῦ ΔΝΤ, τοῦ Διεθνοῦς Δικαστηρίου κλπ ἔδωσε τήν δυνατότητα τοῦ ἐλέγχου
τῆς παγκόσμιας μεταπολεμικῆς τάξης. Μέσα ἀπό τούς διαδρόμους τοῦ
σιωνισμοῦ, μέσα σέ αὐτή τήν «χρυσή μήτρα» παρήχθησαν ὅλα τά γνωστά
σήμερα golden boys, ἄνθρωποι οἱ ὁποίοι ἐντασσόμενοι στό σύστημα
ταξίδευαν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς στίς ὕπατες θέσεις τῶν ἡγεσιῶν τῶν Κρατῶν καί
τῶν πολυεθνικῶν ἑταιριῶν. Ἔτσι ἐπιτέθηκαν σέ ὅλον τόν κόσμο ἱδρύοντας
διεθνεῖς ἑνώσεις μέ σκοπό τήν ἐπιβολή παγκόσμιας διακυβέρνησης. Τά
γνωστά ὀνόματα, Κίσινγκερ, Γούλφοβιτς, Όλμπράιτ, Πέρλ, Χάντιγκτον,
Τσόμσκι καί ἕνας στρατός τῶν ΜΜΕ μέ ἐπικεφαλῆς ἐπιφανή στελέχη τῆς
Λέσχης Μπίλντεμπεργκ, ὅπως τήν Κ. Γκράχαμ τῆς Οὐάσιγκτον Πόστ,  ἔστησε
ἕνα τεράστιο δίκτυο πλύσης ἐγκεφάλου, ἕνα παγκόσμιο δίκτυο
παραπληροφόρησης καί μιά βιομηχανία παραγωγῆς προπαγανδιστικοῦ ὑλικοῦ.
Τά περίφημα δίκτυα CBS, ABC, NBC καί CNN ἀποτελοῦν τούς ἐπικοινωνιακούς
βραχίονες αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Ὁ Σάμερ Ρέντστόουν (τό γένος Ρόθστάϊν)
ἔχει τόν ἔλεγχο τοῦ CBS, στή Viacom, στό MTV (πρόεδρος ὁ Μπράϊαν
Γκρέϊντεν) καί ταυτοχρόνως ἰδιοκτήτης τῆς Black Entertainment
Television. Πρόεδρος τοῦ CBS εἶναι ὁ Λέσλι Μούνβς, ὁ μεγάλος ἀνηψιός τοῦ
Δαβίδ Μπέν Γκουριόν. Ὁ Μίκαελ Ἄϊσνερ εἶναι ὁ κύριος ἰδιοκτήτης τῆς
Disney Capitol Cities, πού κατέχει τό ABC. Ὁ Ντέϊβιντ Γουέστιν εἶναι
πρόεδρος τοῦ ABC News. Ὁ Λόϋντ Μπράουν εἶναι πρόεδρος τοῦ ABC
Entertainment. Ὁ Νήλ Σαπίρο εἶναι πρόεδρος τοῦ NBC News. Ὁ Τζέφρυ Ζούκερ
εἶναι ἐπικεφαλῆς τοῦ NBC Entertainment μέ τόν Τζάκ Μέγιερς δεξί του
χέρι. Παρ’ ὅτι ὁ Ρούμπερτ Μέρντοχ τοῦ Fox δέν εἶναι Ἑβραῖος, ὁ πρόεδρος
τῆς ἑταιρείας Μέλ Καραμάζιν, ὁ Νο 2 Πήτερ Τσέρνιν καί οἱ Γκάϊλ Μπέρμαν
καί Σάντυ Γκρούσοου εἶναι. Ὁ Μέρντοχ ἔχει λάβει πολλά βραβεῖα ἀπό
διάφορα ἑβραϊκά ἱδρύματα. Ὁ Τζέϊμι Κέλνερ εἶναι πρόεδρος τῆς Turner
Broadcasting. Ὁ Γουόλτερ Άϊζάκσον εἶναι διευθυντής εἰδήσεων στό CNN,
ὅπου βρίσκονται ἐπίσης οἱ Γούλφ Μπλίτζερ, Λάρυ Κίγκ, Πάουλα Ζάν καί ἡ
κόρη τοῦ Τέντ Κόππελ, Ἀντρέα. Ὁ Τζόρνταν Λεβίν εἶναι πρόεδρος τῆς Warner
Entertainment. Ὁ Χάουαρντ Στίγκερ τῆς Sony Corp. of America. Ὁ Ρόμπερτ
Σίλερμαν εἶναι ἱδρυτής τῆς Clear Channel Communications. Ὁ Ἰβάν
Σέϊντενμπεργκ εἶναι πρόεδρος τῆς Verizon Communications. Ὁ Τέντυ Σέμελ
(πρώην συμπρόεδρος στή Warner) στή Yahoo. Ὁ Μπάρυ Ντίλερ, πρώην
ἰδιοκτήτης τῆς Universal Entertainmet, εἶναι πρόεδρος τῆς USA
Interactive. Ὁ Τζόελ Κλάϊν, πρόεδρος τῶν ἐπιχειρήσεων Bertelsmann
στήνἈμερική (τό μεγαλύτερο ἐκδοτικό συγκρότημα τοῦ κόσμου).

Τά
ἀνάλογα ἀφοροῦν καί τά μεγάλα ἔντυπα τῶν Η.Π.Α. Ὁ Μόρτ Ζούκερμαν,
ἐπικεφαλῆς τοῦ συμβουλίου προέδρων τῶν Μειζόνων Ἑβραϊκῶν Ὀργανισμῶν τῶν
ΗΠΑ εἶναι ἰδιοκτήτης τῶν US News, World Report, NY Daily News,. Ὁ Ἄρθουρ
Σούλτσμπεργκερ Τζ. ἐκδίδει τούς New York Times,  τήν Boston Globe, κ.ἄ.
Ὁ Μάρτυ Πέρετζ τήν New Republic καί ὁ Γουίλιαν Κρίστολ τήν Weekly
Standard. Ὁ Ντόναλντ Γκράχαμ Τζ. εἶναι πρόεδρος στό Newsweek καί στήν
Washington Post. Ὁ Μάϊκλ Λεντίν τοῦ σκανδάλου Ἰράν-Κόντρας, ἐκδίδει τό
National Review. Ὁ Ρόν Ρόζενταλ καί ὁ Φίλ Μπρονστάϊν διευθύνουν τήν SF
Chronicle. Ὁ Ντέιβιντ Σνάϊντερμαν κατέχει τήν Village Vioce καί ἄλλα
ἑβδομαδιαῖα «ἐναλλακτικά» ἔντυπα. Στό Χόλλυγουντ, πού ἀπό ἑβραίους πῆρε
τή σημερινή μορφή του ὡς «πλυντήριο», δεσπόζουν ὁ Στῆβεν Σπήλμπεργκ, ὁ
Ντέϊβιντ Γκέφεν καί ὁ Τζέφρυ Κράντζμπεργκ τῆς Dreamworks,  ὁ Ἄϊσνερ τῆς
Disney, ὁ Ἄμυ Πασκάλ πρόεδρος τῆς Columbia καί πολλοί ἄλλοι.

Ἐρευνώντας
τούς διευθύνοντες συμβούλους ὅλων αὐτῶν τῶν μηχανισμῶν καί τοῦ
παγκόσμιου μηχανισμοῦ παραγωγῆς καί διασποράς προπαγάνδας τῆς νέας
τάξης, βλέπομε πώς ἔστησαν ἕνα παγκόσμιο μηχανισμό ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει
ποιός θά γίνει διάσημος, ποιός θά ἀναλάβει τήν ἡγεσία ἑνός λαοῦ ἤ μιᾶς
πολυεθνικῆς ἑταιρείας καί ποιοί θά γίνουν image mekers τῆς ἐλεγχόμενης
παραπληροφόρησης τοῦ ἔντυπου καί ἡλεκτρονικοῦ τύπου σέ ὅλη τή γῆ. Γνωστά
τά ὀνόματα τοῦ Χάϊμ Σαμπάν, τοῦ Ρ. Μέρντοχ, τοῦ Ρ. Λώντερ, τοῦ Κόνραντ
Μπλάκ, τοῦ Ντέ Μπενεντέτι. Μέ ἐπικεφαλῆς τήν Ὀμοσπονδιακή Τράπεζα τῶν
ΗΠΑ ὑπό τόν σιωνιστή Γκρίνπαν καί μέ ἐκτελεστικά ὄργανα τήν Παγκόσμια
Τράπεζα μέ ἐπικεφαλής τό σιωνιστή Γούλφενσον καί τήν Κεντρική Εὐρωπαϊκή
Τράπεζα μέ ἐπικεφαλῆς τόν σιωνιστή Τρισέ καί τήν περίφημη Ντόϊτσε Μπάνκ
τῆς κας Μέρκελ μέ ἐπικεφαλῆς τόν σιωνιστή Ἄκερμαν ἔχουν ἰσοπεδωθεῖ τά
πάντα.

Τήν
ἐπίθεση ξεκίνησε ἡ Ὀμοσπονδιακή Τράπεζα τῶν ΗΠΑ, (ὁμήρου τοῦ
σιωνιστικοῦ τέρατος), μέ στόχο τό σύνολο τῶν κρατῶν τῆς γῆς καί μέ
κεφάλαια, αὐτά τῆς Λέσχης Μπίλντεμνπεργ. Μέ τήν μείωση τῶν ἐπιτοκίων
στόχος τους ἔγινε νά «πλημμυρίσουν» τήν Δύση μέ φθηνό χρῆμα, ὥστε νά
καταστρέψουν τό βιομηχανικό της κεφάλαιο. Γιγαντώθηκαν ἀφύσικα μέ τόν
«ἀέρα» τῶν στεγαστικῶν δανείων στίς ΗΠΑ καί μετά βγῆκαν στόν πλανήτη νά
σαρώσουν τά πάντα. Ἔριξαν χρῆμα στήν ἀγορά μέ τρόπο πού νά καταστρέφει
τό κεφάλαιο. Χρηματοδότησαν τό ἐμπόριο καί αὐτό ἐξουθένωσε τήν παραγωγή.
Ντοϊτσε Μπάνκ, Γκόλντμαν Σάξ καί ἄλλος ὑπό τίς εὐλογίες τῆς Εὐρωπαϊκῆς
Τράπεζας σάρωσαν τά πάντα. Ὁ «βομβαρδισμός» τῆς Εὐρώπης ἦταν πλήρης καί
ἰσοπεδωτικός. Μέσα σέ ἐλάχιστα χρόνια τό σύνολο τῆς παραγωγῆς τῆς Δύσης
μεταφέρθηκε στήν Κίνα, ἡ Δύση ἔμεινε παντελῶς ἄνεργη.

Ἡ αὐτοκρατορία τῆς Μπίλντεμπεργκ ὑψώνεται πάνω σέ νεκρά κουφάρια ἐργοστασίων.
Γιά
νά μήν ἀντιδροῦν οἱ λαοί σέ αὐτή τήν καταστροφή χρησιμοποιήθηκαν
χρήματα ὥστε νά δημιουργήσουν τήν ψευδαίσθηση μιᾶς νέας πρωτοφανοῦς καί
«μυστηριώδους» οἰκονομίας, ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἀνάπτυξη καί εὐημερία
χωρίς παραγωγή. Μιᾶς νέας οἰκονομίας, ἡ ὁποία δημιουργεῖ χρῆμα ἀπό τό
χρῆμα. Μιᾶς νέας οἰκονομίας ἡ ὁποία συντηρεῖ κάποιον χωρίς νά εἶναι
ἀπαραίτητο αὐτός νά ἐργάζεται.

Ὅλες
αὐτές οἱ «ψευδιασθήσεις» δημιουργήθηκαν ἀπό τό φθηνό χρῆμα καί τόν
ὑπερδανεισμό, εἴτε αὐτός ἀφοροῦσε τά μή παραγωγικά κράτη, εἴτε τά
«ἄνεργα» νοικοκυριά. Τά δάνεια εἶχαν περάσει καί στόν ἁπλό κόσμο καί γι’
αὐτό οἱ λαοί δέν ἀντιδροῦν τήν στιγμή τῆς καταστροφῆς. Οἱ σιωνιστές
στήν πραγματικότητα ἐξαγόρασαν τήν ἀπάθειά τους, τούς νάρκωσαν
προκειμένου νά μήν ἀντιδράσουν.

Τήν
ἴδια ὥρα πού ἡ Δύση ἰσοπεδωνόταν μέ αὐτόν τόν περίεργο βομβαρδισμό
χρήματος στόν λεγόμενο ὑπανάπτυκτο κόσμο ὁ Γούλφενσον τῆς Παγκόσμιας
Τράπεζας, τῆς Τράπεζας πού σύμφωνα μέ τόν πρ. ἀντιπρόεδρό της Τζόζεφ
Στίγκλιτς ὄχι μόνο δέν βοηθοῦσε τά κράτη νά ξεφύγουν ἀπό τίς κρίσεις
ἀλλά ἀντίθετα δημιουργοῦσε τίς κρίσεις μέ «φθηνό»χρῆμα, ὡδήγησε σέ
ἐγκληματικό ὑπερδανεισμό καί ἐν τέλει στήν ὀμηρεία του. Τά χρήματα
δόθηκαν χωρίς κανένα ἀναπτυξιακό στόχο καί μετατράπηκαν σέ διαφθορά. Μέ
τά χρήματα αὐτά δέν χτίστηκε οὔτε ἕνα σχολεῖο, οὔτε ἕνα ἐργοστάσιο, οὔτε
ἕνα νοσοκομεῖο. Ἔγιναν βίλες, σκάφη ἀναψυχῆς, ἀμοιβές πόρνων, πολυτελῆ
αὐτοκίνητα διεφθαρμένων ἀξιωματούχων. Σέ κράτη θεόφτωχα ξεπηδοῦσαν μέσα
σέ μιά νύχτα διεσεκατομμυριοῦχοι διεφθαρμένοι κρατικοί λειτουργοί, οἱ
ὁποίοι δένουν ἀπόλυτα μέ τά συμφέροντα τῶν ἰμπεριαλιστῶν σιωνιστῶν. Οἱ
λαοί στήν κυριολεξία λιμοκτονοῦν κάτω ἀπό τίς συνθῆκες κάλυψης τοῦ
δανεισμοῦ τους καί ξεπουλοῦν σέ ἐξευτελιστική τιμή ὅτι πολυτιμότερο
διαθέτουν. Ὀρυχεῖα, πετρελαιοπηγές, φυτεῖες κλπ  πῆγαν
μέσα σέ λίγα χρόνια στά χέρια τῶν πολυεθνικῶν. Ὁ ἀνεπτυγμένος κόσμος
δέν ἀντιδρᾶ γιατί ἁπλούστατα οἱ ἐγκληματίες ἔχουν ἐξασφαλίσει τήν σιωπή
του, ἐλέγχοντας τήν ἐνέργεια καί μέσῳ αὐτῆς τήν τεχνολογία. Οἱ 7 ἀδελφές
τῶν πετρελαίων γνωρίζουν τό παιγχνίδι τοῦ ἐκβιασμοῦ κάθε φορά πού ἡ
ἀνθρωπότης ἀντιδρᾶ στά ἐγκλήματα τοῦ συστήματος.

Ἀπό
τήν στιγμή πού μέ τόν ὑπερδανεισμό ἔδεσαν τό σύνολο τῶν κρατῶν τοῦ
πλανήτη στό ἅρμα τους, στόχος τους ἔγιναν οἱ ἴδιοι οἱ λαοί τῶν πιό
ἀνεπτυγμένων κρατῶν. «Σκόρπισαν» χρῆμα καί πρέπει νά τό «μαζέψουν».
Ἐλέγχοντας τά διεθνῆ ὄργανα καί τίς κυβερνήσεις τῶν διεφθαρμένων, τίς
ὁποῖες ἐπέβαλαν μέ τήν πλύση ἐγκεφάλου τῶν ἐγκαθέτων ΜΜΕ ἔσπασαν τά
προστατευτικά φράγματα τῶν ἐθνικῶν οἰκονομιῶν. Ὅ,τι νόμο θέλουν μποροῦν
νά τόν περάσουν μέ ἕνα ἄρθρο μέσα σέ μία νύχτα καί ὅποιος ἀντιδρᾶ φεύγει
ἀπό τή «μέση». Μόνοι τους ἀποφάσισαν, νομοθέτησαν καί ἐκτέλεσαν τό
μεγαλύτερο οἰκονομικό ἔγκλημα ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἔβαλαν τούς λαούς στά
Χρηματιστήρια καί τούς λεηλάτησαν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Αὐτοί ἀποφάσισαν νά
γίνεται τό χρηματιστηριακό παιγχνίδι μέ «ἀέρα». Γνωστή ἡ δρᾶση τήν
σιωνιστῶν Μπάφετ καί Σόρος,  Μπλάκφάϊντ τῆς Γκόλντμαν Σάξ, Φούλντ τῆς
Λέμαν Μπρόδερς, Schwab τῆς ὁμώνυμης ἑταιρείας κλπ. Λεηλάτησαν τό ἕνα
χρηματιστήριο μετά τό ἄλλο, τόν ἕναν λαό μετά τόν ἄλλο καί μέ τίς
ἐπενδυτικές τους τράπεζες «μόλυναν» τήν χρηματοοικονομική ἀγορά μέ
«τοξικά» ὁμόλογα μέ στόχο νά λεηλατήσουν καί τούς «κουμαπράδες»τῶν λαῶν.
Τά χρήματα πού δέν βρίσκονταν στήν ἀγορά ἀλλά στά Ταμεῖα τῶν μεγάλων
ΔΕΚΟ καί τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν. Ἡ δύναμη τεραστίων δημοσίων
ἐπιχειρήσεων καί ὁ πλοῦτος μιᾶς ὁλόκληρης γενιᾶς ἐργαζομένων ἔγιναν
«τοξικά»χαρτιά ἄνευ ἀξίας καί ἔτσι ἐπαναλαμβάνουν τώρα στίς
κατεστραμένες χῶρες τῆς Δύσεως τήν ἴδια μέθοδο μέ τίς ὑπανάπτυκτες, τίς
ὁδήγησαν στόν ὑπερδανεισμό γιά νά ἁρπάξουν αὐτά πού οἱ λαοί θεωροῦν
«ἱερά καί ὅσια» καί τά ὁποῖα ἦταν ἀδιαπραγμάτευτα. Ἔχοντας ὑπό τήν
ἀπόλυτη ἐξουσία τους τίς διεφθαρμένες ἡγεσίες εἶναι εὔκολο νά τό
καταφέρουν. Μέ τά χρήματα πού ἅρπαξαν ἀπό τά χρηματιστήρια ἀγοράζουν
πάμφθηνα τίς δημόσιες ἐπιχειρήσεις μέσῳ τοπικῶν ἐγκαθέτων πού ἔχει
ἐκπαιδεύσει ἡ μασονική γάγραινα καί ἔχει ἀχρειώσει τό σαρκολατρικό,
ἠδυπαθές καί ὑλιστικό καί οὐσιαστικά ἀθεϊστικό ἰδεολόγημα τῆς παγκόσμιας
διακυβέρνησης καί τῆς παγκόσμιας ἑωσφορικῆς καί σατανιστικῆς θρησκείας.

Στόχος
εἶναι βέβαια, ὅλος ὁ πλανήτης, ὅλα τά κοιτάσματα τῶν μή ἀνανεωσίμων
πόρων τοῦ πλανήτη, οἱ τηλεπικοινωνικές, ἐνεργειακές καί ὑδρευτικές
ὑποδομές. Τό σύνολο τῶν ἀμυντικῶν, ὑγιειονομικῶν, ἀσφαλιστικῶν καί
τραπεζικῶν συστημάτων. Οἱ γεωργικές ἐκτάσεις, ἡ τεχνολογία τῶν
βιομηχανικῶν κλάδων. Μέχρι καί τό ὀδικό δίκτυο ἔχουν βάλει ὡς στόχο
ἀπόκτησής του.

Πλήρης
ἀπόδειξη τῶν ἀνωτέρω ἀποτελεῖ τό γεγονός ὅτι τό Ἀμερικανικό Κράτος πού
τούς ἐξέθρεψε καί τούς ἀνέχθηκε εἶναι τόσο ὑπερχρεωμένο πού μοιάζει
περισσότερο μέ τό Μπαγκλαντές παρά μέ δυτική δημοκρατία. Ἔντεκα
τρισεκατομμύρια δολλάρια χρωστοῦν οἱ ΗΠΑ. Τρία ἑκατομμύρια ἐξώσεις
ἐκδόθηκαν τόν τελευταῖο χρόνο. Τριάντα ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ἐξαρτῶνται
ἀπό τά δημόσια συσσίτια. Πενήντα ἑκατομμύρια Ἀμερικανοί εἶναι ἐπισήμως
οἱ ἀνασφάλιστοι. Δέν ὑπάρχει λοιπόν ἡ θρυλική Ἀμερικανική αὐτοκρατορία
ἀλλά ἀντιθέτως ἡ οἰκονομική αὐτοκρατορία τῶν Σιωνιστῶν μελῶν τῆς λέσχης
Μπίλντεμπεργκ. Σήμερα γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος τά
κράτη ἔχουν μιά οἰκονομική ὁμοιογένεια, τήν ὁμοιογένεια τῆς καταστροφῆς.

Ὅ,τι
ἀνῆκε στούς λαούς σήμερα ἀνήκει στίς πολυεθνικές τοῦ Σιωνισμοῦ.
Προδόθηκαν οἱ λαοί ἀπό τίς δοτές ἡγεσίες τους. Κεφάλαια καί ἀγορές
παραδόθηκαν στά ἀφεντικά τῶν Μπίλντεμπεργκς. Ἄν δεῖ κάποιος τί συμβαίνει
σήμερα στήν Ἑλλάδα μπορεῖ νά καταλάβει τί πραγματικά συμβαίνει στήν
Γαλλία, τήν Γερμανία, τήν Ἰταλία, τήν Βρετανία κλπ. Πρῶτα ἡ λέσχη
«ἐκτίμησε» τά προσόντα τοῦ Μπλέρ καί κατόπιν τόν «ἀνεκάλυψε» ὁ
Βρετανικός λαός. Πρῶτα ἡ λέσχη «ἐκτίμησε» τά προσόντα τοῦ Σαρκοζί καί
κατόπιν τόν «ἀνεκάλυψε» ὁ Γαλλικός λαός. Μέχρι καί ἡ πρώην
«κομμουνίστρια» Μέρκελ μέσα ἀπό τούς διαδρόμους τῆς Λέσχης ἔφτασε στήν
θέση τῆς Καγκελαρίας τῆς Γερμανίας. Ὅλοι οἱ ἡγέτες τῆς Εὐρώπης εἶναι
ἐπιλεγμένοι ἀπό τήν λέσχη. Ὅλοι τους διορισμένοι νά ὑπηρετοῦν τά
ἀφεντικά τους εἰς βάρος τῶν λαῶν πού τούς ψηφίζουν. Τό ἴδιο συμβαίνει
καί μέ τά συλλογικά ὄργανα τῆς Ε.Ε. Ἀπό τό θλιβερό Μπαρόζο μέχρι τόν
Σολάνα, ὅλοι λειτουργοῦν μέ «ραβασάκια» τῆς Λέσχης. Ὅποιος ἀντιδρᾶ δέν
πάει ἁπλά σπίτι του ἀλλά φυλακή γιά διαφθορά. Ἔχουν στήσει μιά
βιομηχανία παραγωγῆς μελλοντικῶν ἡγετῶν μέ τήν δύναμη τῶν μέσων διεθνοῦς
προπαγάνδας, τά ὁποῖα διαθέτουν δημιούργησαν μιά τρομερή βιτρίνα γιά
κάποια πολύ συγκεκριμένα πανεπιστήμια τῶν ΗΠΑ. Τό περίφημο Ivy League
περιλαμβάνει 8 ἀπό αὐτά ἀπρόσιτα γιά τούς πολλούς, προσιτά γιά τούς
ἐκλεκτούς τῆς Λέσχης καί ἀσφαλῶς δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἐλέγχονται πλήρως
μέ προέδρους σιωνιστές Ἑβραίους. Στό Τάφτ πρόεδρος εἶναι ὁ ἑβραῖος
Lawrence Bacow. Στό Χάρβαρντ πρόεδρος εἶναι ὁ ἑβραῖος Lawrence Summers,
πού διαδέχθηκε τόν ἐπίσης ἑβραῖο Neil Redenstine. Στό Γέιλ πρόεδρος
εἶναι ὁ ἑβραῖος Richard Levin. Στό Πρίνστον πρόεδρος εἶναι ἡ ἑβραῖα
Shirley Tilghman, πού διαδέχθηκε τόν ἑβραῖο Harvey Shapiro. Στό Κορνέλ
πρόεδρος εἶναι ὁ ἑβραῖος Jeffrey Lehman. Στό Πανεπιστήμιο τῆς
Πενσυλβάνιας πρόεδρος εἶναι ἡ ἑβραῖα Judith Robin. Ἐκεῖ κατασκευάζονται
οἱ δοσίλογοι τῆς Νέας Τάξης καί οἱ ἡγέτες τῆς Νέας Ἐποχῆς. Δέν φοροῦν
πλέον κουκούλες, οὔτε κρύβονται ὅπως οἱ προκάτοχοί τους. Σήμερα φοροῦν
πανάκριβα ροῦχα καί τά πρόσωπά τους προβάλονται στά περιοδικά τῶν
ἀφεντικῶν τους. Σήμερα θεωρεῖται must νά μιλοῦν μεταξύ τους in english,
στήν γλῶσσα τῶν ἀφεντικῶν.

Νά
λοιπόν, γιατί συγχαίρω ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μου τό κίνημα
«ἀγανακτισμένων», νά γιατί σπεύδω νά ἀσπασθῶ μετ’ εὐλαβείας τόν μαΐστορα
τοῦ τόπου καί τοῦ τρόπου μας κυρ Μίκη Θεοδωράκη καί τούς
πανεπιστημιακούς μου δασκάλους Γ. Κασιμάτη καί Αἰδεσιμ. Κωνσταντῖνο Μπέη
πού ὑψώνουν ἄφοβα τό λάβαρο τῆς ἀντίστασης στήν ἄθλια σιωνιστική
καταιγίδα καί πού χρεωστοῦν στήν ἱστορία τους νά κατονομάσουν καί νά
καταδείξουν ὅλους τούς ἀνωτέρω στυγνούς ἐγκληματίες τῆς γῆς.

Τελειώνοντας,
ἀπό τό ταπεινό μου μετερίζι τοῦ ἐλαχίστου διακόνου τοῦ εὐχαριστιακοῦ
σώματος τῆς Ἐκκλησίας μέ στεντόρια φωνή διασαλπίζω στό εὐλογημένο μου
ποίμνιο τούς μακαρίους λόγους τῆς ὁριακῆς Ἀποκαλύψεως «ὁ ἀδικῶν
ἀδικησάτω ἔτι, καί ὁ ῥυπαρός ῥυπαρευθήτω ἔτι, καί ὁ δίκαιος δικαιοσύνην
ποιησάτω ἔτι, καί ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι. Ἰδού ἔρχομαι ταχύ, καί ὁ μισθός
μου μετ’ ἐμοῦ, ἀποδοῦναι ἑκάστῳ ὡς τό ἔργον ἔσται αὐτοῦ, ἐγώ τό Α καί
τό Ω, ὁ πρῶτος καί ὁ ἔσχατος, ἀρχή καί τέλος» (22:12-13)

Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα

Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα

ΚΑΘΑΡΘΩΜΕΝ
ΤΑΣ  ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

ΚΑΙ
ΟΨΟΜΕΘΑ

Ορθόδοξοι Χριστιανοί,
σήμερα μας κράζει ο θεόγλωσσος υμνωδός, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγοντας
«Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της Αναστάσεως Χριστόν
εξαστράπτοντα και χαίρετε φάσκοντα τρανώς ακουσόμεθα, επινίκιον άδοντες». Μας
κράζει λοιπόν να καθαρίσουμε τις αισθήσεις μας, για να μπορέσουμε να δούμε τον
Χριστό τον αναστημένον από τον τάφο. Να καθαρίσουμε τις αισθήσεις μας, γιατί
είναι ακάθαρτες, βρωμισμένες, επειδή τις μεταχειριζόμαστε για σαρκικά και υλικά
πράγματα.

Και πώς άραγε καθαρίζονται
οι αισθήσεις; άμα καθαρισθεί η καρδιά και η διάνοιά μας με την πνευματική τροφή
και με τη χάρη του αγίου Πνεύματος, θα καθαρισθούνε κ’ οι αισθήσεις μας και θα
γίνουνε από σαρκικές, πνευματικές. Ο υμνωδός το λέγει αυτό γιατί το διδάχθηκε
από τον ίδιο τον Κύριο και Σωτήρα του που είπε στους Μακαρισμούς: «Μακάριοι οι
καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».  Κι αν καθαρίσουμε τις αισθήσεις
μας, λέγει πως θα δούμε τον Χριστόν «εξαστράπτοντα», με αστραπή, όχι θαμπά, αλλά
καθαρώτατα, αστραφτερόν από το αζύγωτο φως της Αναστάσεως, «τω απροσίτω φωτί της
Αναστάσεως». Κι όχι μονάχα θα τον δούμε «τηλαυγώς», αλλά και θα τον ακούσουμε
κιόλας (γι’ αυτό πρέπει να είνε καθαρές όλες οι αισθήσεις μας), κ’ ηφωνή του δεν
θάρχεται από μακρυά, να αμφιβάλλουμε αν τον ακούσαμε ή δεν τον ακούσαμε, αλλά
«τρανώς», δυνατά.

Τις αισθήσεις μας δεν τις
μολεύουμε μονάχα σαν κάνουμε μ’ αυτές σαρκικά έργα κι ενέργειες, δηλαδή σαν τις
μεταχειριζόμαστε για τις απολαύσεις του κορμιού, αλλά κι όταν τις
μεταχειριζόμαστε για κάποια έργα που τα λέει ο κόσμος «πνευματικά», ενώ είνε κι
αυτά σαρκικά, και μάλιστα αυτά είνε συχνά πιο πονηρά από τ’ άλλα που φαίνονται
φανερά πως είνε σαρκικά.

Αυτά τα λεγόμενα
«πνευματικά» έργα είνε οι πονηρές σκέψεις που κάνει ο νους μας ψάχνοντας τα
θεϊκά πράγματα, και που είνε ασεβέστατες, και σ’ αυτές μάς σπρώχνει η
υπερηφάνειά μας και η αφοβία μας μπροστά στο Θεό, γιατί δίνουνε τροφή στην
ματαιοδοξία μας, επειδή φαινόμαστε πολύξεροι στους άλλους,
ενώ ο σοφός
Σολομών είπε: «Αρχή της σοφίας (δηλ. της κατά Θεόν σοφίας) είνε ο φόβος του
Κυρίου». Μ’ αυτά τα ψαξίματα και με τις φιλοσοφίες, ο χριστιανός αληθινά μολύνει
τις αισθήσεις του, τις στομώνει, κι αντί να τις κάνει πνευματικές, τις κάνει
όργανα χονδροειδή, αφού μ’ αυτές ερευνά χονδροειδή, υλικά πράγματα, κι όχι
πνευματικά. Γιατί, όπως είπα πριν, με όλο που αυτές οι ενέργειες φαίνονται
πνευματικές, στ’ αληθινά είνε σαρκικές, κατά τον απόστολο Παύλο που λέγει πως
τις κάνει «ο νους της σαρκός», γράφοντας στους Κολοσσαείς: «Μηδείς υμάς
καταβραβευέτω θέλων εν ταπεινοφροσύνη και θρησκεία των Αγγέλων, α μη εώρακεν
εμβατεύων, εική φυσιούμενος υπό του νοός της σαρκός αυτού.» (Κολος. Β, 18). Και
στους Εφεσίους γράφει: «Τούτο ουν λέγω και μαρτυρόμαι εν Κυρίω, μηκέτι υμάς
περιπατείν καθώς και τα λοιπά έθνη περιπατεί εν ματαιότητι του νοός αυτών,
εσκοτισμένοι τη διανοία, όντες απηλλοτριωμένοι της ζωής του Θεού δια την άγνοιαν
την ούσαν εν αυτοίς δια την πώρωσιν της καρδίας αυτών.» (Εφεσ. Δ, 18). Ποια
λοιπόν λέγει «ματαιότητα του νοός των εθνών»; Δεν λέγει τα μάταια ψαξίματα που
κάνανε οι φιλόσοφοι, ας ήτανε κι εκείνοι που φαινότανε οι πιο πνευματικοί; Αυτά
που λέγανε ήτανε σαρξ, (γιατί «το εκ της σαρκός σάρξ εστι») αφού ό,τι κάνανε το
κάνανε όντας «απηλλοτριωμένοι της ζωής του Θεού», δηλαδή το κάνανε με πνεύμα
σαρκικό. Όποιος ψάχνει κι ερευνά μ’ αυτό το σαρκικό πνεύμα, πρώτα χάνει την
παρθενική απλότητα της διανοίας, για την οποία πρωτομακάρισε (αυτός είνε ο
πρώτος μακαρισμός) ο γλυκύτατος Χριστός μας εκείνους που την έχουνε, λέγοντας
«μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι». Ύστερα, αυτός που σκαλίζει με το μυαλό του τα
θεία, πειράζει τον Θεό που κρύβεται από τις αδιάκριτες διάνοιες και χώνεται μέσα
στο γνόφο, κι αυτό το φανερώνει με το στόμα του προφήτη Ησαΐα, λέγοντας «Φανερός
έγινα σε εκείνους που δε με ρωτάνε, και γνωρίσθηκα από εκείνους που δεν με
ζητάνε με πονηρία». Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέγει: «Πίστις ουκ έστι το
ζητούμενον· ον τρόπον γαρ ελπίς βλεπομένη ουκ έστιν ελπίς ούτω και πίστις
ερευνωμένη και ουκ έχουσα το αζήτητον, πίστις ουκ είη, κατά τον ίσον τη ελπίδι
λόγον». Κι ο μέγας Βασίλειος λέγει: «Το απλούν της πίστεως ισχυρότερόν εστι των
λογικών αποδείξεων».

Και μολαταύτα πλήθος
χριστιανοί καταγίνονται ακόμα σήμερα, και πιο πολύ μάλιστα, με τέτοιου είδους
ψαξίματα και έρευνες «απηλλοτριωμένοι της ζωής του Θεού» όπως έλεγε ο Παύλος για
τους εθνικούς, κι ανακατεύουνε με την πίστη, που δεν γνωρίσανε οι δυστυχείς τι
λογής πράγμα είναι, τις επιστήμες και τις φιλοσοφίες, και «ψυχραίνουνε» μ’ αυτά
που λένε «την πίστη των πολλών», κι ενώ ο μάταιος λογισμός τους καταγίνεται με
«μάταια και ψευδή», καταργούνε από αλαζονεία κι από κουφότητα την αγία Παράδοση
της Ορθοδοξίας, ώστε ο χριστιανισμός να καταντήσει ένα σύστημα επίγειας ζωής,
χωρίς αποκαλύψεις Αθανασίας, δηλαδή χωρίς Χριστό. Κι αυτοί θέλουνε να διδάξουνε
τα απλοϊκά κι αθώα πρόβατα του Χριστού που τα μακάρισε ο ίδιος σ’ όλους τους
Μακαρισμούς, μα ιδιαίτερα στον πρώτο και στον όγδοο.

Τούτοι λοιπόν οι άνθρωποι
πώς γιορτάζουνε Χριστόν Αναστάντα εκ νεκρών! Ξένον και παράδοξον! Φιλοσοφούντες
και επιστημούντες πιστεύουν; Μα ποιος πίστεψε ποτέ φιλοσοφώντας; Ρωτώ να μάθω.
Με τον Χριστό, η φιλοσοφία τελείωσε και θάφτηκε για όποιον πίστεψε σ’ Αυτόν. Ας
ακούσουνε τον Παύλο που φωνάζει «Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά και
πάντα». Ποια είναι τα αρχαία; «Η ματαιότης του νοός» οι έξυπνοι κι εύστροφοι
συλλογισμοί, το να ψευδοταπεινώνεσαι ενώ η περιφάνειά σου φανερώνεται από τα
διανοήματά σου, όπως κάνανε προ Χριστού οι ηθικοί φιλόσοφοι και τώρα οι
ηθικολόγοι Χριστιανοί. «Ιδού γέγονε καινά τα πάντα». Φωνή ελπιδοφόρα του
ευλογημένου Παύλου, που ξαναλέγει στην καρδιά μας, ό,τι λέγει και το «χαίρετε»
που είπε ο Αναστημένος Κύριός του και Κύριός μας! «Να, τα πάντα γινήκανε
καινούρια!» Γινήκανε καινούρια γιατί είναι «καινόν και ξένον» η Ανάσταση του
Χριστού, κι αυτό το «καινούριο» τα έκανε όλα καινούρια, επειδή κατήργησε τα
παλιά. Κατήργησε τα παλιά «ο καταργήσας τον θάνατον», γιατί όπου δεν βρίσκεται
«ο αρχηγός της Ζωής» βασιλεύει ο θάνατος. Κατήργησε την κατάρα της σαρκός, κι
έφερε την ευλογία του Πνεύματος. Κατήργησε την γνώση κι έφερε την Πίστη
(«Δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται»).

Το παλιό ήτανε η Γνώση, το
ψάξιμο, το να ψηλαφεί ο άνθρωπος στα τυφλά και να μη βρίσκει τίποτα. Το
καινούριο είναι η Πίστη που ανοίγει τα πνευματικά μάτια του ανθρώπου και βλέπει
τον Ήλιο της Δικαιοσύνης «Χριστόν εξαστράπτοντα τω απροσίτω φωτί της
Αναστάσεως». Εκείνος φθάνει για όλα, δεν χρειάζεται πια διόλου να ψάχνει το
μυαλό μας σαν των εθνικών φιλοσόφων, αφού βρέθηκε «η οδός», δηλαδή Εκείνος που
είπε καθαρά και σύντομα: «Πάντα μοι παρεδόθη υπό του Πατρός μου· και ουδείς
επιγινώσκει τον Υιόν ει μη ο Πατήρ, ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο
Υιός, και ω εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι.» (Ματθ. ια’, 27).

«Ω εάν βούληται ο Υιός
αποκαλύψαι», «σ’ όποιον θέλει ο Υιός να φανερώσει, να γνωρίσει τον Πατέρα». Πού
πας, λοιπόν, χριστιανέ, να γνωρίσεις τον Θεόν και τον Χριστόν εσύ, ο τυφλός, ο
αδύνατος, ο ακάθαρτος, με την δική σου δύναμη, ενώ ο ίδιος ο Κύριός μας είπε πως
μονάχα ο Πατέρας φωτίζει τη διάνοιά σου για να γνωρίσεις τον Χριστό, κι ο
Χριστός για να γνωρίσεις τον Πατέρα; Και δεν πέφτεις σε προσευχή να το
παρακαλέσεις να σε φωτίσει, αλλά καταγίνεσαι με ασεβή ψαξίματα, όπως εκείνοι οι
αρχαίοι που δεν είχανε ακούσει ακόμα τον Χριστό να λέγει με εξουσία αυτά τα
λόγια; Κι αλλού που λέγει «Εγώ είμαι η θύρα, εγώ είμαι η οδός, εγώ είμαι ο
καθηγητής, εγώ είμαι το φως, εγώ είμαι ο γιατρός, ο μεσίτης (Τιμοθ. Α, β, 2), ο
ποιμήν, ο ραββί. Αυτός είναι ο «πρωτότοκος της καινής κτίσεως», που έκανε «καινά
τα πάντα» κι έκανε και «καινούς ανθρώπους», «τοις εν τοις μνήμασι ζωήν
χαρισάμενος».

Ναι, με την Ανάσταση του
Χριστού όλα γινήκανε καινούρια. Γι’ αυτό κι ο υμνωδός λέγει με χαρά κι αγαλλίαση
«Δεύτε πόμα πίομεν καινόν ουκ εκ πέτρας αγόνου (της φιλοσοφίας)
τερατουργούμενον, αλλ’ αφθαρσίας πηγήν εκ τάφου ομβρήσαντος Χριστού εν ω
στερούμεθα» και «Δεύτε του καινού της αμπέλου γεννήματος της θείας ευφροσύνης εν
τη ευσήμω ημέρα της εγέρσεως, βασιλείας τε Χριστού κοινωνήσωμεν, υμνούντες αυτόν
ως Θεόν εις τους αιώνας».

Αδελφοί μου Χριστιανοί,
εσείς που καταγινόσαστε με τις επιστήμες και με τις φιλοσοφίες, ακούστε τον
Κύριο που λέγει με το στόμα του προφήτη «Εμένα με αφήσανε, που είμαι πηγή της
ζωής, και σκάψανε κάποιους ξερόλακκους που δεν έχουνε νερό». Και που λέγει με το
δικό του στόμα στο Ευαγγέλιο «όποιος βάλει το χέρι του στο αλέτρι μου και βλέπει
πίσω, δηλαδή δεν απαρνήθηκε την κοσμική γνώση που καταγίνονται οι άνθρωποι πριν
να έλθω εγώ στον κόσμο, δεν είναι δεκτός στη βασιλεία του Θεού» (Λουκ. θ’, 62).
Και που είπε πάλι άλλη φορά: «δε βάζουνε καινούριο κρασί σε παλιά
ασκιά».

Ας καθαρίσουμε λοιπόν τη
διάνοιά μας από τη θολούρα της πολύπλοκης γνώσεως, γιατί αλλοιώς δεν θα δούμε
τον Χριστό «εξαστράπτοντα τω απροσίτω φωτί της Αναστάσεως», κι ούτε θα τον
ακούσουμε να λέγει τρανώς το «Χαίρετε». Μάτια να τον δούμε κι αυτιά για να τον
ακούσουμε δεν μπορεί να μας δώσει με κανέναν τρόπο η γνώση, η «κενή απάτη», αλλά
μονάχα η ευλογημένη Πίστη στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό που είνε
δοξασμένος στους ατελεύτητους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Φώτης Κόντογλους

ΚΙΒΩΤΟΣ
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Α’ ΜΑΡΤΙΟΣ
1952

Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο
συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:

ΝΑ ΚΡΙΝΟΥΜΕ ΜΕ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

Νακρίνουμε με επιείκεια τους άλλους

Να κρίνουμε με επιείκεια τους άλλους

Αυτός ο καιρός είναι καιρός μετανοίας, μας λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, εκείνος είναι  κρίσεως. αυτός είναι καιρός για αγώνες, εκείνος για βραβεία. αυτός κόπου, εκείνος ανέσεως. αυτός εργασίας, εκείνος ανταποδόσεως.

***

Να μάθουμε να κρίνουμε με επιείκεια τους άλλους. Αποτελεί και ένα καθρέπτη, που αποκαλύπτει στους άλλους την αλήθεια για τους εαυτούς μας.

Ας μη ξεχνούμε ότι τελώνες και πόρνες έχουν μετανοήσει και σωθεί, ενώ Γραμματείς και Φαρισαίοι, που τους κατέκριναν, δεν σώθηκαν. Δεν μας έχει ανατεθεί από κανένα ο ρόλος του κριτού, που ανήκει αποκλειστικά στον Θεάνθρωπο και Σωτήρα μας Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ο Οποίος και θα μας κρίνη όλους κατά τα έργα μας στην Δευτέρα Του ένδοξη παρουσία. Για τον λόγο αυτόν δεν πρέπει να προεξοφλούμε το αιώνιο μέλλον κανενός από τους συνανθρώπους μας, αλλά να προσέχουμε τους εαυτούς μας, και να είμεθα αυστηροί κριταί στους εαυτούς μας και επιεικείς στους άλλους.

Μόνο με το άγιο και φωτεινό παράδειγμά μας, με τον καλό λόγο και την πειθώ είναι δυνατό να βοηθήσουμε τους καλοπροαίρετους συνανθρώπους μας, ποτέ με τον κακό λόγο και τον θεατρισμό τους.

Αντί, αγαπητοί, να ασχολούμεθα με τις κακίες των άλλων είναι προτιμότερο να προσπαθούμε να ανακαλύπτουμε τις αρετές, οι οποίες είναι συνήθως κρυμμένες. Να συλλέγουμε τα πολύτιμα πετράδια των αρετών που θα διακρίνουμε σε συνανθρώπους μας και όχι ρακοσυλλέκτες των κακιών τους στο σκουπιδοτενεκέ της ανθρωπίνης αθλιότητος. Ας μιμηθούμε τις μέλισσες που πηγαίνουν στα λουλούδια και όχι τις μυίγες που αναπαύονται σε βρωμιές.

Ο Μέγας Βασίλειος μας τονίζει τα εξής αξιοπρόσεκτα: Οι άνθρωποι που επιζητούν διαρκώς να ασχολούνται με το σάπιο, το κακό, την αμαρτία των ανθρώπων, μοιάζουν σαν τα όρνεα που περνούν πάνω από πολλά λειβάδια και πολλούς ωραίους και μοσχομύριστους τόπους για να σπεύσουν προς τα βρωμερά πτώματα.

Προκειμένου να κρίνουμε τους συνανθρώπους μας να θυμώμαστε τα τρία κόσκινα του Σωκράτη, εάν δηλαδή αυτά που θα πούμε είναι αλήθεια, αναγκαία και ωφέλιμα. Σε διαφορετική περίπτωσι ας σιωπούμε προσευχόμενοι να μας ελεήση ο Θεός, γιατί αν παρατηρήση τις αμαρτίες μας ποιος μπορεί να ισχυρισθή ότι είναι απηλλαγμένος; Κανείς.

Επίσης να μη λησμονούμε τα «πάντα» του Αποστόλου Παύλου. «η αγάπη πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει, η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α’ Κορινθ. 13, 7).

Όπως τους αρχαιολόγους που ασχολούνται με την αναστήλωσι των παλαιών ερειπίων για να τα αποκαταστήσουν στην αρχική τους μορφή, έτσι και εμείς να προσπαθούμε με την καλή μας χριστιανική ενάρετη ζωή και τα καλά μας λόγια να αναστηλώσουμε και να αποκαταστήσουμε τα ανθρώπινα ερείπια που υπάρχουν γύρω μας. Μην αντιγράφουμε την τακτική των γελοιογράφων, που εξογκώνουν κάτι για να το σατυρίσουν, αλλά να μιμούμεθα την ευγένεια του ζωγράφου, ο οποίος διορθώνει κάτι για να το κάνη όμορφο.

* Όπως ακριβώς στο ψωμί (είναι απαραίτητο) το αλάτι, έτσι και ανάμεσα στις αρετές η αγάπη. Χωρίς αυτή δεν μπορεί κανείς να πραγματοποιήση όπως πρέπει τις αρετές, αφού κάθε αρετή με την αγάπη και την ταπεινοφροσύνη επιβεβαιώνεται.

Η ταπεινοφροσύνη, από το ένα μέρος, ανεβάζει τον κάτοχό της σε ύψη κατορθωμάτων. Και η αγάπη, από το άλλο μέρος, τον κρατάει γερά και δεν τον αφήνει να πέση από κει… Ας αγωνιστούμε λοιπόν, αγαπητοί, κατά τη δύναμί μας, να την αποκτήσουμε, ώστε να μη μας αιχμαλωτίσουν οι εχθροί μας (Άγ. Ευθύμιος).

*  Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατός μας. Γιατί, αν κερδίσουμε τον αδελφό, κερδίζουμε τον Θεό. Και αν σκανδαλίσουμε τον αδελφό, αμαρτάνουμε στο Χριστό (Μ. Αντώνιος).

Όταν αρχίσει κανείς να αισθάνεται στην ψυχή του έντονα την αγάπη του Θεού, τον ίδιο καιρό αρχίζει να αγαπά και τον πλησίον με αίσθηση πνευματική.

*  Κανείς δεν μπορεί ν’ αγαπάει ή να πιστεύει ειλικρινά, αν έχει κατήγορο τη συνείδησή του, μας βεβαιώνει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής.

*  Αδύνατον είναι να αποκτήσει σταθερή αγάπη (προς τον Θεό), όποιος έχει κάποιαν εμπαθή κλίση σε οτιδήποτε γήινο.

*  Εάν εκείνος που έχει όλα τα χαρίσματα του Πνεύματος, αγάπην όμως δεν έχει τίποτα δεν ωφελείται, κατά τον θείον Απόστολον Παύλον, πόση οφείλομε να επιδείξουμε επιμέλεια, διά να την αποκτήσωμε αυτήν, μας λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

Μη αμελήτε των αδελφών των υμετέρων, αλλ’ έκαστος σπουδαζέτω τον πλησίον εξαρπάζειν της του διαβόλου φάρυγγος», μας κηρύττει ο Άγιος Χρυσόστομος.

*  Όταν δεν κατορθώσωμε την προς τον Θεόν και τον πλησίον αγάπην εις μάτην το να σεμνυνόμεθα για την νηστεία και αγρυπνία και ακτημοσύνη και ανάγνωση των Γραφών, μας διδάσκει ο Αββάς Κασσιανός.

*  Ο δε άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μας βεβαιώνει ότι, εάν λείψη η αγάπη από τον άνθρωπο, να μην αγαπά τον Θεό και τον αδελφόν του χριστιανόν, δεν ωφελεί η πίστις και η ελπίς…

*  «Η προς τον Θεόν αγάπη ενός πιστού είναι λανθασμένη, όταν είναι η ίδια με την αγάπη προς τον πλησίον, διότι έτσι εξισώνεται ο Πλάστης με το πλάσμα. Η προς τον Θεόν αγάπη είναι ορθή, όταν ο Δημιουργός αγαπάται και τιμάται πάνω από κάθε δημιούργημα», μας διδάσκει ο Άγιος Δημήτριος Ροστώφ.

* * *

*  Για τον μέγα ασκητή Άγιο Αρσένιο λέγεται ότι είχε στο στήθος του ένα κομμάτι από παλαιό πανί για να σκουπίζη τα δάκρυά του που διαρκώς έτρεχαν από τα μάτια του, ενώ ήταν σκυμμένος στο εργόχειρό του. Ο δε Όσιος Ποιμήν που τον είδε κάποτε, να χύνη τόσα δάκρυα, του είπε με θαυμασμό: «Τρισευτυχισμένος είσαι, Αρσένιε, διότι επένθυσες τόσο πολύ σ’ αυτόν τον κόσμον, ώστε θα βρης παντοτεινή χαρά στον άλλον».

*  Ο Αδελφόθεος Ιάκωβος μας διδάσκει. «ο γέλως υμών εις πένθος μεταστραφήτω και η χαρά εις κατήφειαν». Ας πενθήσουμε και κλάψουμε εδώ πρόσκαιρα, αν θέλουμε να σωθούμε αιώνια.

Χριστός και κόσμος είναι δύο διαφορετικά πράγματα. ο Χριστός σώζει τον πιστόν ενώ ο κόσμος μας κολάζει.

Αυτός ο καιρός είναι καιρός μετανοίας, μας λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, εκείνος είναι  κρίσεως. αυτός είναι καιρός για αγώνες, εκείνος για βραβεία. αυτός κόπου, εκείνος ανέσεως. αυτός εργασίας, εκείνος ανταποδόσεως.

Για πάθη και αρετές
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ»
Εξαμηνιαία έκδοσις πνευματικής οικοδομής
Τεύχος 76. ΙΟΥΛΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1999.

Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:

Ο <> (Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ)

O «MIKPOAΣTOΣ» (Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ)

ENA EPΩTHMATOΛOΓIO

ΠEPI THΣ  «METAΦPAΣEΩΣ» ΛEITOYPΓIKΩN KEIMENΩN

(Ἐγερτήριες σκέψεις πάνω σὲ μὴ καθεῦδον θέμα)

Ὑποστηρίζεται ἐπιμόνως καὶ μεθοδικῶς ἐδῶ καὶ χρόνια μὲ τὴν ἐπίκληση σχε­τικῆς ἐπιχειρηματολογίας ἡ «χρεία μετάφρασης τῶν ἐκκλησιαστικῶν κειμέ­νων τῆς Λατρείας μας στὰ Νέα Ἑλληνικά, μιὰ διαδικασία ἄκρως ἀπαραίτητη, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε ἤδη νὰ ἔχει ξεκινήσει πρὸ πολλοῦ» (pakapodistrias.blogspot.com/ 2008/05/blog-spot_20.html).

Τεκμηριωμένα ἔχει ἐπίσης διατυπωθεῖ καὶ ἡ  ἀντίθετη ἄποψη, ποὺ ὑπερασπί­ζεται τὴν παραδεδομένη γλῶσσα.

Εἰδικότεροι καὶ ἀξιότεροι περὶ τὰ θέματα ἔχουν ἐκφέρει πλούσιο καὶ θεμε­λιω­μένο προβληματισμό. Ἐν τούτοις εἶναι τόσο ἀκριβὸ καὶ ἀπαράγραπτο τὸ ἐλεύ­θερον τῆς γνώμης,  κατακριτέο δὲ τὸ «ὑποσιωπᾶν καὶ ὑποστέλλεσθαι», ὥστε ἡ καταγραφὴ καὶ τῆς ταπεινότερης γνώμης νὰ μποροῦσε νὰ συμβάλει ἔστω κατ’ ἐλάχιστον στὴν προαγωγὴ ἑνὸς  διαλόγου, ὁ ὁποῖος στὰ ὅρια τῆς θεαν­θρωπίνης λειτουργίας ὑπηρετεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ (καὶ ὄχι τῶν ἀνθρώ­πων) καὶ τὸ καλὸ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι δηλαδὴ ἀνοικτὸς στὴν φωνὴ τοῦ Οὐρα­νοῦ. Μὲ μιὰ ἐπισήμανση, ὅτι στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα καραδοκεῖ ἐνίοτε ὁ κίνδυνος, ἡ διαφοροποίηση γνωμῶν νὰ προσλαμβάνει προσωπικὸ χαρακτήρα. Μὴ γένοιτο! Γὶ’ αὐτὸ ἐδῶ ἀποφεύγεται ἡ ἀναφορὰ σὲ πρόσωπα.

Μὲ ὁδηγὸ τὴν καλὴ προαίρεση προχωρῶ στὴν σύντομη καταγραφὴ ὁρι­σμέ­νων ἁπλῶν (ἂν ὄχι ἁπλοϊκῶν) καὶ κοινῶν σκέψεων, λίγο ἀκατέργαστων καὶ πο­λὺ ἀφιλόδοξων, ὑπὸ μορφὴν εἰλικρινῶν ἐρωτημάτων (μὲ χαρακτήρα προκα­ταρ­κτικὸ ἢ περιφερειακό), τὰ ὁποῖα ὅμως θεωρῶ ἐξ ἴσου σπουδαῖα μὲ ἐκεῖνα ποὺ ἀφοροῦν στὸ βαθύτερο περιεχόμενο τοῦ ἐν λόγῳ θέματος (Αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ μετάφραση, οἱ ὄροι της καὶ ἡ “ἑρμηνεία”,  ἡ “οὐσία”, ὁ “χαρακτήρας” καὶ ἡ ἀξία τῆς γλώσσης).

1.  Ἀφετηριακὸ εἶναι τὸ ἑξῆς: ἡ «χρεία μετάφρασης», τὸ «ἄκρως ἀπαραίτη­το» τοῦ πράγματος μὲ ποιὸ τρόπο, μὲ ποιὸ μετρητὴ μετριέται, ἀποδεικνύεται, ὥστε ἐπ’ αὐτοῦ νὰ θεμελιώνεται ἕνας ὁλόκληρος συλλογισμός; Πιθανὸν ἡ ποιμαντικὴ ἢ διδακτικὴ πείρα νὰ ἀπαντοῦν ἐν μέρει ὅτι οἱ νεώτερες γενιὲς πλέον (Σ: τὰ νέα ἑλληνικὰ μιλιοῦνται ἤδη τὸν 10ο-12ο αἰ.!) δὲν καταλαβαίνουν τὰ λόγια τῆς Λατρείας, τοὺς ὕμνους, τὶς εὐχές, καθ’ ὅτι ἔχει ἀρχίσει νὰ κρυ­σταλ­λώ­νεται μιὰ ἀγεφύρωτη γλωσσικὴ ἀπόσταση καὶ συνακόλουθη ἀδυναμία κα­τα­νοήσεως κ.λπ. Ἀλλὰ αὐτὸ ἀρκεῖ;

Σαφηνίζω: ἡ ποιμαντικὴ ἀλλὰ καὶ κοινωνικὴ παρατήρηση λέει ὅτι σήμερα κι ἄλ­λα –ἄλλης βεβαίως τάξεως– πράγματα τῆς Ἐκκλησίας κυρίως, ἀλλὰ καὶ τοῦ μέχρι τώρα ἀξιακοῦ μας περιβάλλοντος, δὲν γίνονται “κατανοητά”, ἀλλὰ αὐτὸ ἄραγε εἶναι δυνατὸν νὰ συνεπαχθεῖ τὸν “ἀναπροσδιορισμό” ἢ τὴν “τρο­πο­ποίη­ση” ἢ τὴν “κατάργησή” τους, ὅπως, παραδείγματος χάριν, τὰ θέματα τῆς νη­στείας, τῶν λεγομένων προγαμιαίων σχέσεων (δηλ. πορνεία), τῆς ὁμοφυ­λοφι­λίας ἢ τῶν ἐκτρώσεων(δηλ. φόνος);

2. Ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι ὑπερβαίνεται αὐτὸ τὸ πρῶτο ἐρώτημα, ἔρχεται ἀμέσως ἕνα δεύτερο, ποὺ ἀφορᾶ στὴν ἐπάρκεια τῆς “ἐπιχειρησιακῆς μελέτης”. Ἐπειδὴ ἡ προώ­θηση ἑνὸς τέτοιου σχεδίου ἀφορᾶ σὲ μείζονος σημασίας θέμα, ποὺ σημα­το­δοτεῖ τὴν πλήρη μετά-βαση σὲ ἕνα ἄλλο “κόσμο”, ἔχουν ἄραγε μελετηθεῖ μὲ προσοχὴ ὅλες οἱ παράμετροι; Ἔχουν ζυγιστεῖ ἐξαντλητικὰ τὰ προσδοκώμενα ὀφέλη καὶ οἱ πιθανὲς ζημίες ποὺ θὰ προκύψουν; Ἴσως νὰ ἀπατῶμαι, ἀλλὰ μᾶλ­λον ἔχει δοθεῖ ἀρκετὴ ἔμφαση στὴ “νομική” ἐξέταση τοῦ ζητήματος (ἂν “ἐπι­τρέ­πεται” ἢ ὄχι ἡ μετάφραση στὴν λογικὴ τῶν δῆθεν ἱερῶν γλωσσῶν), ἢ στὴν γλωσσσοερμηνευτική του πλευρὰ (ἂν “πετυχαίνει”, ἂν δηλ. εἶναι ἐφικτὴ ἡ μετα­φορὰ στὰ νέα ἑλληνικά), ἐνῶ τὸ ζήτημα εἶναι πολυπαραγοντικό.

Ἐπικουρικῶς, ἔχει γίνει ἄραγε ἐμπεριστατωμένη ἀξιολόγηση τῆς χειρο­πια­στῆς ἐμπειρίας ἀπὸ τὸ ἀνάλογο ἐγχείρημα ὑπὸ τῆς λατινικῆς ἐκκλησίας; Διε­ρωτῶμαι γιὰ τὰ “ποσοστὰ ἐπιτυχίας” του. Καὶ ἴσως νὰ μὴ χρειάζεται νὰ πᾶμε πο­λὺ μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα γιὰ νὰ ἔχουμε μιὰ πρώτη ἀντίληψη(!). Ὁ νοῶν νοείτω…

Καὶ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός; Ἄραγε νὰ ἐκτιμᾶται ὅτι μὲ τὴν «μετα-φρα­σμένη» Λατρεία θὰ γεμίσουν οἱ Ναοὶ (ἂν βεβαίως θεωρηθεῖ σὰν ἐπιτυχία ἡ “πλή­ρωση” τῶν Ναῶν) ἢ ὅτι θὰ προαχθεῖ τὸ ἐπίπεδο καὶ ἡ “ποιότητα” τῆς συμ­με­τοχῆς καὶ προσευχῆς; Εἴμαστε στὴν πνευματικὴ θέση καὶ βεβαιότητα ὅτι θὰ “πα­ραγάγουμε” ἴσης  πνευματικῆς ἀξίας δημιουργία, ἡ ὁποία θὰ ἀντικα­ταστή­σει ἐπαξίως τὴν ὑπάρχουσα;

3. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐπείγουσα «χρεία” νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὶς ἀνάγκες τοῦ σήμερα, ἔχουν ἄραγε χρησιμοποιηθεῖ καὶ ἐξαντληθεῖ ἄλλα πρόσφορα μέσα; Ἄραγε ἡ μεθοδική, συγκροτημένη, προγραμματισμένη (σὲ κεντρικὸ ἐπίπεδο) κα­τήχηση, ἐξήγηση, ἑρμηνεία καὶ παροχὴ ἐλαχίστων γραμματικῶν γνώσεων (π.χ. μὲ διανομὴ τευχιδίων κατὰ ἑορτολογική-λειτουργικὴ περίπτωση) δοκι­μά­στηκε καὶ ἀπέτυχε; Διαθέσιμα στοιχεῖα δείχνουν πὼς οἱ “ἰδιωτικές” (ἀπὸ ἱερεῖς , ἐκδότες, μονές, θεολόγους, κατηχητές) πρωτοβουλίες πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση εἶχαν ἐνθαρρυντικὰ ἀποτελέσματα. Στὸ τέλος-τέλος ἂν λίγα πράγματα ἐξηγη­θοῦν ἅπαξ, “κατανοηθοῦν” καὶ ἀφομοιωθοῦν (π.χ. στὴν Θ. Λειτουργία – πρά­γμα πού κάνουν πάρα πολλοὶ εὐσυνείδητοι χριστιανοὶ ἀπὸ μόνοι τους), ὑπάρχει λο­γι­κός, πειστικὸς λόγος νὰ παραμένει  ἐφ’ ὅρου ζωῆς  ὁ βοηθητικὸς “νάρθηκας” (ἡ μόνιμη πλέον “μεταπεφρασμένη Λατρεία”);  (ἐπιτρέψτε μου νὰ παραπέμψω σχετ. στὸ Προλογικὸ Σημείωμα τοῦ ὑπογραφομένου στὸ μικρὸ βιβλίο «KA­ΘH­ME­PINEΣ ΠPOΣEYXEΣ – μὲ Ἑρμηνευτικὴ Ἀπόδοση στὴν N. Ἑλληνική», ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι 19891 καὶ ἔκτοτε ἐπανειλημμένες ἐκδόσεις). Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ σκέ­ψη μᾶς ὁδηγεῖ στὸ ἑπόμενο ἐρώτημα. 

4. Γιατί νὰ ἔχει προεξοφληθεῖ πὼς οἱ νεώτεροι εἶναι τόσο ἀπρόθυμοι νὰ κα­τα­βάλουν ἕνα μικρὸ κόστος στὸν διάλογο, στὴν σχέση τους μὲ τὸν Θεό; Νομίζω πὼς τοὺς ἀδικοῦμε. Ὅταν τὰ Ἑλληνόπουλα  μαθαίνουν δύο καὶ τρεῖς ξένες γλῶσ­σες,  ἀπορροφοῦν πλῆθος παρεχομένων γνώσεων στὴν ἠλεκτρονικὴ ἐποχή μας, γιατὶ νὰ τὰ ἀπαξιώνουμε τόσο; Μαθαίνουν μὲ ἰδιαίτερη εὐκολία π.χ. τὰ πο­λυάριθμα περιφραστικὰ ρήματα τῆς ἀγγλικῆς γλώσσης καὶ δὲν μποροῦν νὰ μάθουν ὅτι «ποιῶ» σημαίνει «κάνω», «Πάτερ ἡμῶν» «Πατέρα μας» καὶ «παρά­σχου» «δῶσε» (ἄλλο βεβαίως ποὺ τὸ «δίνω» δὲν ταυτίζεται ἐννοιολογικῶς μὲ τὸ «παρέχω»!) κ.λπ.;  Ἐκτὸς ἂν συμβαίνει κάτι χειρότερο: μήπως μὲ τὴν ὑπο­στη­ρι­ζομένη «μετάφραση» ἀνακυκλώνεται τὸ κακὸ μάθημα τῆς “εὐκολίας” (μάθη­μα ποὺ τὸ μπουχτίζουν σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς σύγχρονης ζωῆς) μὲ εὐθύνη τῶν ποιμένων;

Ἐδῶ ὅμως ξεφυτρώνει κι ἄλλο ἕνα θέμα. Ἡ ζωὴ στὴν Ἐκκλησία, ἢ ἡ ζωὴ τῆς Ἐκ­κλησίας ἔχει ἕνα μόνιμο χαρακτήρα, εἶναι μιὰ διαρκὴς ἀγωγὴ καὶ καλ­λιέρ­γεια. Ὑποτίθεται λοιπὸν ὅτι ἡ Πίστη εἶναι ἡ μητρικὴ “γλῶσσα” μικρῶν, μεγά­λων (ἐξ οὗ καὶ ὁ νηπιοβαπτισμός). Καὶ ἡ ζωὴ ὅλων τῶν πιστῶν μέσα στὴν Ἐκ­κλη­σία τοὺς ἐξοικειώνει φυσιολογικὰ μὲ τὴν λειτουργικὴ γλῶσσα. Προε­κτεί­νοντας λίγο διερωτῶμαι, χωρὶς γλωσσολογικὴ καὶ παιδαγωγικὴ “εἰδικότητα”: Στὸ νήπιο ποιὸς ἐξηγεῖ τὰ νοήματα ποὺ βαστᾶνε οἱ λέξεις; Ποιὸς τοῦ φυτεύει τὴν “κατανόηση” σὲ τόσο μικρὴ ἡλικία, ὅπου δὲν ὑπάρχει “μετάφραση”; Ποιὸς εἶναι δηλ. ὁ μηχανισμὸς τῆς μητρικῆς γλώσσης; Ἄραγε ἀναλογικῶς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε τὸ ἴδιο νὰ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα; Ἐκτὸς ἐὰν εὐσταθοῦν δυὸ ὑποθετικὲς παραδοχές:

α) ὅτι τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ ἐπάρκεια τοῦ τρόπου εἰσόδου τῶν ἀνθρώπων στὴν Ἐκκλησία (ρεαλιστικὲς προϋποθέσεις τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ,  οὐσιαστικὸ περιε­χόμενο καὶ χαρακτήρας τῆς κατηχήσεως σήμερα κ.λπ.)

β) ὅτι προωθεῖται ἕνα τέχνασμα/πρόγραμμα λειτουργικοῦ (λατρευτικοῦ) φάστ-φοὺντ γιὰ περαστικούς, βιαστικούς, ἀνυπόμονους, φυγόπονους, λίγο ἀδιά­φορους, σχεδὸν ἀποξενωμένους “πιστούς”, ἄμαθους νὰ ὑψώνουν «ὁσίους χεῖ­ρας”  (A΄ Τιμ. β΄ 8) καὶ νὰ ξεκολλᾶνε τὶς καρδιές τους.

Εἰδικότερα, ἡ «μετάφραση» καὶ συνεπῶς ἡ «κατανόηση» εἶναι ἄραγε ἀρκετὴ γιὰ νὰ προσπελάσει ὁ πιστὸς στὸν πνευματικὸ κόσμο, στὸν ὁποῖο τὸν καλεῖ ἡ Λατρεία, ἕνα κόσμο γεμάτο σύμβολα; Χάριν παραδείγματος, ἄραγε “φτάνει”, ἀρκεῖ ἡ τέλεση μεταφρασμένης Θ. Λειτουργίας, κι ἂν ἀρκεῖ, τότε τί θὰ κάνουμε τὴν μυσταγωγικὴ Κατήχηση; Ἢ ἀλλιῶς διατυπωμένο, μέσα στὴν Μυσταγωγικὴ Κατήχηση, στὴν Ἐξήγηση τῆς Θ. Λειτουργίας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐνσωματωθεῖ καὶ μιὰ γλωσσικὴ διασάφηση γιὰ “καλύτερη” κατανόηση, δηλ. «μετάφραση»; Καὶ τέλος πάντων, αὐτὴ ἡ «κατανόηση» δὲν κατανοεῖται, δὲν ἐμπεδώνεται, δὲν ἀφομοιώνεται ποτέ; Θεωροῦνται δηλαδὴ οἱ πιστοὶ σὰν ἀνόητοι καὶ ἀνεξέ­λικτοι διὰ βίου;

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὡς θεοπαράδοτο τρόπο ζωῆς καὶ βίωμα τὴν ἄσκηση, τὴν γενικὴ φιλοπονία, τὸν κόπο.  Ἄρα ἡ ἀπόδυση ὅλων, ποιμένων καὶ ποιμαινο­με­νων, σὲ μιὰ συντονισμένη ἐργασία γιὰ τὴν ἐλαχίστη γλωσσικὴ καλλιέργεια καὶ τὴν ὑπέρβαση τῶν μικρῶν γλωσσικῶν “ἐμποδίων” στὴν Λατρεία, εἶναι ἐκκλη­σια­στικῶς καταξιωμένη (π.χ. πλῆθος ἑρμηνευτικῶν ἔργων [γιὰ τὰ «δυσκολοκα­τάληπτα», ὅπως γράφει] τοῦ ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, στὰ ὁποῖα μαθη­τεύουν ὅσοι τίμιοι ἐπιθυμοῦν νὰ “καταλάβουν”) καὶ πάντως ἐπιβεβλημένη. Κανένας δὲν γεννιέται γιατρός, δικαστής, χημικός. Γίνεται. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Χρι­στια­νός. Γίνεται. Συνεχῶς. Ἑκουσίως. Ἐν τῷ μέτρῳ τῆς αὐτοῦ προαιρέσεως. Μὲ τρόπους πνευματικούς, δηλαδὴ ὑλικούς-πρακτικούς-σωματικούς-ψυχικούς-συναισθηματικούς-λογικούς-ἐκκλησιαστικοὺς ἐν Χάριτι. Θὰ ἦταν ἄραγε ἐντε­λῶς μὰ ἐντελῶς ἀβάσιμο νὰ βλέπαμε σ’ αὐτὴ τὴν μικρὴ “γλωσσική” διακονία “μιὰ σύγχρονη μορφή”, μιὰ ἐπικαιροποιημένη ὄψη αὐτοπαραδόσεως στὸ βαθιὰ ἀσκητικό, θυσιαστικὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας;

Ἡ σοφία τῆς ἐρήμου φαίνεται νὰ ἐπιμαρτυρεῖ: Ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος μπρο­στὰ στὴν ἀδυναμία ἑνὸς ἀδελφοῦ, ποὺ τὸν ρωτᾶ: «διαβάζω τὸ ἑλληνιστὶ (κείμε­νο τῶν Ψαλμῶν) καὶ δὲν νοῶ τί λέγω», τοῦ ἀπαντᾶ πὼς ὁ κόπος γιὰ τὴν ἐκμά­θη­­ση τῆς γλώσσας ὄχι μόνο θὰ τὸν βοηθήσει στὴν κατανόηση, ἀλλά, πολὺ πε­ρισσότερο, θὰ τοῦ δώσει πλούσια χάρη «εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἀπόκριση σκη΄/ 228). Τί νὰ σημαίνει αὐτό;

5. Μετάφραση σημαίνει τὴν μεταφορὰ ἀπὸ ξένη γλῶσσα. Καὶ ἡ ὑποστήριξη τοῦ αἰτήματος γιὰ τὴν «μετάφραση» δηλώνει ἔμμεση παραδοχὴ καὶ θεώρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσης ὡς δῆθεν “ξένης”. Αὐτὸ ὑπὸ μία ἔννοια δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συνιστᾶ καὶ ἕνα εἶδος μειονεξίας ταυτότητος ἢ μειοδοσίας (ἐθνι­κῆς); Μήπως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν κάνουμε τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἀπο­δει­κνύουμε πάλιν καὶ πολλάκις τὸν ἐπαρχιωτισμό μας μπροστὰ στὴν ἀρχοντιὰ τῆς  Πα­ραδόσεώς μας, τὴν μικρότητά μας μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τοῦ Πολιτισμοῦ μας, τὴν (ἀθέλητη) συνθηκολόγησή μας μὲ τὶς ἀρχαῖες δυνάμεις  ποὺ μηχα­νεύον­ται τὸν ἀφανισμὸ τῆς σαρκωμένης μαρτυρίας Χριστοῦ, τὴν (ἀκούσια) συμ­μα­χία μας μὲ τοὺς προβοκάτορες τοῦ πνευματικοῦ ἐξολοθρεμοῦ μας;

Ἂν μή τι ἄλλο μήπως τίθεται θέμα στοιχειώδους αὐτοσεβασμοῦ; Ποιὸς ἄραγε μᾶς ἐβάσκανε; Τί ἔμεινε νὰ θυμίζει τὴν γλῶσσα ποὺ δίδασκε ὁ Ἀρι­στο­τέλης τὸν M. Ἀλέξανδρο, μέρες πού ‘ναι…; Τί μένει σήμερα χειροπιαστό, ζωντα­νὸ στὴν ἀνερμάτιστη Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν θεωρητικῶς (καὶ ἐμπορικῶς!) πολυ­δια­φημιζόμενο ἀλλὰ πρακτικῶς πολύκλαυστο Ἑλληνικὸ Πολιτισμό; Λίγα πράμα­τα μᾶλλον: κανένα ἀνθοστόλιστο παραθύρι, καμιὰ ἀχνοφώτιστη ἐκκλησιά, κα­νέ­να σπασμένο ἀκροκέραμο, κανένα ἀναμμένο προσκυνητάρι, κανένα λαμπρὸ πανηγύρι, καμιὰ ξυσμένη ἁγιογραφία, καμιὰ ἐγκάρδια φιλοτιμία στὴ δουλειά, κανένα λεβέντικο τραγούδι ν’ ἀκοῦν τὰ βουνά, ν’ ἀκούει ὁ ἥλιος, ν’ ἀκούει κι ἡ θάλασσα καὶ νὰ ξεγελιοῦνται. Μὰ πιότερο ἀπ’ ὅλα τὸ «Φῶς ἱλαρόν», τὸ «Σήμερον κρεμᾶται», τὸ «Γλυκύ μου ἔαρ», τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», τὸ «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος», τὸ «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέροντες κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα», «τὸ Ἄξιόν ἐστι», ἡ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας.

Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς θὰ ἀπολογηθοῦμε (καὶ ὡς Ὀρθόδοξοι ἀλλὰ καὶ ὡς Ἕλληνες) στοὺς νεωτέρους, ποὺ ἡ γενιά μας δὲν εἶχε τὸ σθένος νὰ κρατήσει τὴν πατρικὴ κληρονομιά; Τί θὰ δικαιολογηθοῦμε, ποὺ τοὺς ἀπο­κό­ψαμε ἀπὸ ἕνα   ζωντανὸ  κομμάτι πολιτισμοῦ ποὺ ἐνδιαφέρει πανανθρώπινα; Τί θὰ τοὺς ποῦμε, ποὺ διακόψαμε σὲ μιὰ τεχνητὴ συγκυρία –κατασκευασμένη ἀπὸ τὶς στρεβλώσεις τοῦ μεταπολιτευτικοῦ Ἑλλαδιστάν– γιὰ χάρη μιᾶς προσ­και­ρης διανοητικῆς “ἀπολαύσεως” καὶ διευκολύνσεως τὴν ἀπὸ τοῦ Ὁμήρου με­χρι σήμερα ἀδιάκοπη λαλιὰ τοῦ λαοῦ μας, ποὺ μιλιέται ἀκόμη –ναί, μιλιέται καὶ τραγουδιέται, εἰς πεῖσμα πολλῶν– μέσα στὶς ἐκκλησιές; Τί θὰ τοὺς ποῦμε, ποὺ πνίξαμε μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια τὸν ἑλληνικὸ λόγο στὴν ἀκατάπαυστη συνάντησή του μὲ τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Σκηνή Του; Ποιῶν ἐν τέλει τὸ χα­τήρι κάναμε καὶ κόψαμε σύρριζα τοὺς δεσμούς μας μὲ τὴν συνέχειά μας;

Στοὺς ὁμοδόξους ἀδελφούς μας, Σέρβους, Ἄραβες, Ρώσους, Γεωργιανοὺς τί θὰ βροῦμε γιὰ δικαιολογία;

Ἀλλὰ καὶ στοὺς ξένους μελετητὲς τί θὰ ποῦμε, ποὺ στρέφονται, ἂν ὄχι μὲ σεβασμό, τουλάχιστον μὲ ἐνδιαφέρον, στὴν Ἀνατολή, ἡ ὁποία κρατάει ζωντανὰ στὴν πρωτότυπη γλῶσσα τὰ “ἱδρυτικά” κείμενα, στὶς λέξεις τῶν ὁποίων σημάν­θηκε ἅπαξ ἡ εἰς Χριστὸν Πίστη καὶ ζωὴ –κείμενα ἀναφορᾶς στὴν παγκόσμια Γραμματεία καὶ Ἱστορία– τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὴν Θ. Λειτουργία, καὶ κατόπιν τὴν Ὑμνολογία;

Θὰ καταφέρναμε ἄραγε νὰ τοὺς καθησυχάσουμε ὅλους αὐτούς, καὶ μεῖς νὰ ξενοιάσουμε, ἂν τοὺς ἐξηγούσαμε πὼς δὲν μᾶς ἄξιζε πιὰ μιὰ τέτοια ἀτίμητη περιουσία;

Ὁ Ὀδ. Ἐλύτης γράφει: «Εἶναι μία γλῶσσα …ποὺ τὴν τήρησε (ὁ λαός) μὲ θρη­σκευτικὴ προσήλωση κι ἀντοχὴ ἀξιοθαύμαστη, μέσα στὶς πιὸ δυσμενεῖς ἑκα­τονταετίες. Ὥσπου ἤρθαμε ἐμεῖς, μὲ τὰ διπλώματα καὶ τοὺς νόμους, νὰ τὴν βοη­θήσουμε. Καὶ σχεδὸν τὴν ἀφανίσαμε. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τῆς φάγαμε τὰ κα­τάλοιπα τῆς γραφῆς της καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τῆς ροκανίσαμε τὴν ἴδια της τὴν ὑπό­σταση, τὴν κοινωνικοποιήσαμε, τὴν μεταβάλαμε σὲ ἕναν ἀκόμα μικροα­στό…».

6. Μήπως μὲ τὴν «μετάφραση» ἐπιτευχθεῖ μὲν ἡ «κατανόηση»,  διακυβευθοῦν δὲ ἄλλα πνευματικὰ ἀγαθά, ὅπως ἡ ἀκρίβεια καὶ ἡ ἀσφάλεια διατυπώσεως, ἡ “δουλεμένη” συναρμογὴ ἁγιογραφικῶν ἀποσπασμάτων καὶ ὑμνολογίας, πολὺ περισσότερο δὲ αὐτὴ ἡ πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο ἐλάλησε ἐν τοῖς Ἁγίοις μὲ τὶς λέξεις; Ὁ M. Ἀθανάσιος λέει  συγκεκριμένα: «μηδὲ πειραζέτω τὰς λέξεις μεταποιεῖν ἢ ὅλως ἐναλλάσσειν», γιατί τὸ Πνεῦμα βλέποντας νὰ ἐπανα­λαμ­βάνουμε τὰ λόγια, ποὺ τὸ Ἴδιο “ὑπαγόρευσε” στοὺς Ἁγίους, μᾶς ἀκούει καὶ μᾶς συντρέχει. (Πρὸς Μαρκελλίνον…, λ-λα΄, ΒΕΠΕΣ, σελ.28)

Στὶς Κατηχήσεις του (Προκατήχ., 9) ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων, μιλώντας γιὰ τοὺς ἐξορκισμούς,  γράφει πὼς τὰ λόγια τοῦ ἱερέως διώχνουν τὰ δαιμόνια ὄχι γιὰ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ἐπειδὴ εἶναι εἰλημμένα αὐτούσια ἀπὸ τὴν Γραφή.

Ἐπιπροσθέτως, στὴν παραβολὴ τοῦ Σπορέως (καὶ παρεμπιπτόντως, τί “κα­τα­λαβαίνουμε” οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι τῶν πόλεων ἀπὸ τὴν λέξη «σπορά»;)  (Λουκ. η΄ 5-15) ἀναφέρεται ἡ ἀπορία τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου γιὰ τὸ νόημά της. Ἐρώτησαν δηλ. τὸν Χριστὸ τί σημαίνει ἡ παραβολὴ αὐτή. Ἔλαβαν τότε τὴν ἀπάντηση: «Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶ­σι» (… μὲ παραβολές: αἰνιγματώδεις διηγήσεις μὲ βαθύτερες ἀλήθειες ἀπὸ τὶς φαινομενικές, ἵνα διεγείρῃ τὸν ἀκροατήν, ἐπειδὴ πολλοὺς ἡ εὐκολία εἰς ρα­θυ­μίαν ἄγει  [ἅγ. Ἰω. Χρυσ.]). (βλ. καὶ τὴν σχετ. ἑρμην. ἀπόδοση Π. Τρεμπέλα, σελ. 250). Ἄραγε αὐτὸ τὸ χωρίο θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς βοηθήσει στὸν συγκε­κρι­με­νο προβληματισμό, ἂν συλλογιστοῦμε καὶ τὴν περίπτωση τῆς «ἀναξίας τοῦ δε­ξασθαι» ἀκοῆς (ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσ.);

7. Θὰ εἶναι ἄραγε ἐντελῶς ἀπίθανο, παραλλήλως πρὸς τὴν «μετάφραση» γιὰ τὴν καλύτερη «κατανόηση», νὰ μᾶς μπεῖ καὶ ὁ πειρασμὸς νὰ προχωρήσουμε σὲ “ἐκκαθαρίσεις” ὑμνολογικῶν στοιχείων ἢ ἀναφορῶν, ποὺ σήμερα δὲν γίνονται “κατανοητά” ἢ ἀποδεκτά, ἢ δὲν “ταιριάζουν” μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα;

Τότε φυσικὰ ἡ ἐπιδιωκομένη «μετάφραση» θὰ λειτουργεῖ ὡς κερκόπορτα πολλῶν εἰσελάσεων καὶ ἀπελάσεων…

Ἀλλά, διόλου ἀπίθανο, πῶς θὰ ἀποτραπεῖ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ὑμνολογικοῦ “κίτς”; (ὅπως οἱ  κακόγουστες  ζωγραφιὲς καὶ χαλκομανίες, οἱ ἄτακτες φωνές, τὰ ἄγαρμπα ἠλεκτρικὰ φῶτα, τὰ ἐξουθενωτικὰ μεγάφωνα, τὰ ἄθλια παρα­φι­νό­κερα). Καὶ ποιὸς θὰ ἐμποδίσει κάθε περαιτέρω αὐτοπροαίρετο αὐτοσχεδιασμό, ἀφοῦ πιὰ τὸ “πράσινο φῶς” θὰ ἔχει ἀνάψει;  Μήπως κινδυνεύσουμε νὰ γίνουμε μιὰ ὑπερ-ἀγορὰ  ὅπου ὁ καθένας θὰ “διαλέγει” τί προϊὸν θὰ ἀγοράσει;

8. Συνωδὰ τῷ προηγουμένῳ ἀναφύεται καὶ τὸ ἑξῆς συμφυές: Μὲ τὴν ἐκκλη­σια­στικὴ μουσική, ἡ ὁποία ντύνει τὸν λειτουργικὸ λόγο, τί θὰ γίνει; Ἄραγε δὲν εἶναι κι αὐτὴ μιὰ “γλῶσσα” ποὺ δὲν “μιλιέται” πιά; Καὶ γιατί νὰ μὴ σκεφθοῦμε, με­τὰ τὴν «μετάφραση» στὴν νέα ἑλληνική, νὰ προχωρήσουμε στὸ ἑπόμενο βῆ­μα, αὐτὸ τῆς μεταφορᾶς τῆς μουσικῆς σ’ ἐκείνην ποὺ “καταλαβαίνουν” οἱ ἄν­θρω­­ποι σήμερα; Κι ἂν τοὺς τὸ ἀρνηθοῦμε,  ποιὸ ἐπιχείρημα θὰ ἐπιστρα­τεύ­σου­με;

Παραθέτω ἀπόσπασμα ποὺ ἁλίευσα στὸ διαδίκτυο, τὸ ὁποῖο μοῦ βαθαίνει πιὸ πολὺ τὴν ἀπορία, καθ’ ὅτι ἡ ὑποστηριζομένη θέση (περὶ μεταφράσεως) προσκρούει στὴν προεξοφλημένη χρήση τῆς ἐκκλησιαστικῆς (βυζαντινῆς) μουσικῆς:

«Ἴσως νὰ μὲ ἐνθάρρυνε (δηλ. στὴν ἰδέα “γιὰ μετάφραση καὶ τῶν ποιητικῶν μερῶν ἐκτὸς τῶν πεζῶν”) τὸ μελοποιημένο ἄκουσμα ποὺ εἶχα ἑνὸς ἐξαίρετου ποιή­ματος, προσόμοιου πάνω στὸν εἱρμὸ “Ἄφραστον θαῦμα”: Δάκρυα χά­μου/κι ἀνατριχιάζουν τὰ χώματα/τῆς ἀγάπης μέγας χορηγός/ελί-χρυσο θαῦμα κρινάκι φύεται/γιὰ νὰ μυρίζει ἀνόρθωση πενθούντων./Τὴ Χαρά/νὰ φορᾶτε μὴ λυπᾶσθε.»

Ἂν ἡ διατήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσης ἐκλαμβάνεται ὡς προσ­κόλ­ληση, τότε ἡ διατήρηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μέλους πῶς χαρακτηρίζεται; (φορ­μα­λιστική;) Καὶ κατὰ λογικὴ ἀκολουθία, διερωτῶμαι (καὶ «ἀνατριχιάζω») –χω­ρὶς διόλου διάθεση εἰρωνείας–  γιατί νὰ μὴ φορέσουμε στὴ νεοελληνικὴ ὑμνο­γραφικὴ παραγωγὴ τὴ μουσικὴ Χατζηδάκη, Θεοδωράκη, ἤ… Ρουβᾶ;

Διευκρινίζω βεβαίως, πὼς προσωπικά μοῦ ἀρέσει τὸ ἀνωτέρω ποιητικὸ ἀπόσπασμα. Ἀλλά, προχωρώντας ἔτι περαιτέρω, δὲν εἶμαι σχεδὸν καθόλου σί­γου­ρος πὼς μιὰ τέτοια ποίηση (μιὰ ποίηση ἐπιπέδου Ἐλύτη) θὰ εἶναι πιὸ “κα­τανοητή” μέσα στοὺς ναούς. Ὁπότε ποιὸ τὸ ὄφελος, ἂν θὰ χρειαζόμασταν καὶ πάλι ἑρμηνεία-ἐξήγηση γιὰ τὰ νέα ἑλληνικά;

Ἀκόμη καὶ ἡ στιχουργικὴ αὐτοῦ τοῦ ἀποσπάσματος μεταχειρίζεται τεχνικὴ παλαιᾶς (ἐκκλησιαστικῆς) κοπῆς. Νομίζω πὼς σήμερα ἡ ποίηση δὲν γράφεται ἐμμέτρως.

Καὶ ἀκολούθως, θὰ μπορούσαμε ἐξ ἴσου νὰ διερωτηθοῦμε καὶ γιὰ τὴν ἐκ­κλησιαστικὴ εἰκονογραφία. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωγραφικὴ εἶναι πάλι μιὰ “γλῶσ­σα”, “ἀκατανόητη” στὸν σύγχρονο ὀρθολογιστὴ ἄνθρωπο.

Μήπως ἄλλωστε δὲν ἔχουμε ἤδη ἀναρωτηθεῖ καὶ γιὰ τὸ Τυπικὸ (τῶν Ἀκο­λου­θιῶν), τὸ ὁποῖο μοιάζει μ’  ἕνα  «ἀπολίθωμα» τοῦ μεσαίωνα; 

Καὶ πιὸ πέρα, τί θὰ μᾶς δυσκολέψει νὰ “ξαναδοῦμε” τὸ θέμα (ἤδη τεθειμένο) τῆς χρήσεως τῶν εὐχαριστιακῶν εἰδῶν στὴν Θ. Λειτουργία; Σήμερα ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος δὲν ἀποτελοῦν τὴν “βασικὴ γλῶσσα” διατροφῆς τοῦ παγκοσμίου ἀνθρώπου, ὅπως στὴν Παλαιστίνη στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ. Μιὰ ἐπανα­δια­πρα­γμά­τευση μὲ σύγχρονη καὶ ἀνοικτὴ “γλῶσσα”, ἄραγε δὲν θὰ μᾶς ἔδινε πιὸ “κα­τά­νοητά” ἀποτελέσματα, δὲν θὰ μᾶς ἀπενεκλώβιζε ἀπὸ τὴν ἀπολίθωση τοῦ παρελθόντος καὶ τὴν ἱεροποίηση τοῦ παλιοῦ πολιτισμοῦ;

Νὰ τολμήσω νὰ ρωτήσω κάτι πιὸ κατανοητό; Τί “καταλαβαίνει” ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἀκούγοντας τὴν λέξη “θυσία”; Σὲ ποιὰ πραγματικότητά του, σὲ ποιὰ προσλαμβάνουσα παράστασή του ἀντιστοιχεῖ, ὥστε νὰ ἀναχθεῖ στὴν ἀναι­μακτη Θυσία τοῦ Χριστοῦ; Μήπως ἡ πρόσβαση στὸ ἐννοιολογικὸ ἢ σημασιο­λογικό της περιεχόμενο θὰ ἐπιτευχθεῖ διὰ τῆς «μεταφράσεως», ἢ μήπως θὰ χρεια­στεῖ νὰ “ἀνακαλύψουμε” ἕνα σύγχρονο ὑποκατάστατο τῆς “θυσίας”, δίκην “παρα-φράσεως”;

Μὲ λίγα λόγια ἡ «μετάφραση» ἐνδέχεται νὰ συμπαρασύρει –καὶ θά ’ναι ἀνα­κό­λουθο νὰ μὴ συμπαρασύρει– κι ἄλλα πράγματα, καθὼς ἀντιστοιχεῖ σὲ μιὰ γε­νι­κὴ τάση (σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο – «Νέα Ἐποχή»;) “ἐπαναπροσδιορι­σμοῦ”, “ἐπα­ναξιολογήσεως”, “ἐπανερμηνείας” τῶν ὑφισταμένων “δομῶν” ἢ “πα­ρα­δεδομένων ἀρχῶν”, αἰτημάτων δηλ. παρομοίων μὲ τὰ θέματα τῆς εἰκο­νομαχίας (π.χ. ἔχει προβληθεῖ ὁ ἰσχυρισμὸς πὼς ἡ διατήρηση τῆς ἐκκλη­σιαστικῆς γλώσσης ἰσο­δυναμεῖ μὲ εἰδωλολατρία). Ἡ θεολογία τῆς Ἑβδόμης Οἰκου­μενικῆς Συνόδου θὰ μποροῦσε ἄραγε νὰ μᾶς διαφωτίσει συνολικῶς σ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα;

9. Κατὰ τὴν ὡραία καὶ νόμιμη διαδικασία ἐπανόδου στὴν θεώρηση τῆς Λα­τρείας μέσα στὴν ἀρχαιοεκκλησιαστική της προοπτικὴ προκύπτει τὸ ἑξῆς ζήτη­μα: Τὰ Εὐαγγέλια (ὄχι ὅλα τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης) γράφτηκαν στὴν κα­θομιλουμένη γλῶσσα τῆς ἐποχῆς. Γιατί ὅμως μετὰ ἀπὸ τέσσερις αἰῶνες οἱ Μεγ. Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ Οἰκουμενικοὶ Διδάσκαλοι προβαίνουν σὲ ἕνα καθοριστικὸ τόλμημα καὶ γράφουν τὶς εὐχὲς τῆς Ἁγ. Ἀναφορᾶς (ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλ­λα συγγράμματά τους– π.χ. ἑρμηνευτικὲς ὁμιλίες, δηλ. κηρύγματα στὸν λαό) σὲ γλῶσσα, τὸ ἐπίπεδο τῆς ὁποίας εἶναι “ἀττικό” καὶ γυρίζει 800 χρόνια πίσω; Αὐτὴ ἡ ἐπιλογή τους, ἀσφαλῶς ἐνσυνείδητη, ἄραγε δὲν περιλαμβάνεται ὡς δεδομένο μέσα στὴν ἀρχαία παράδοση, ἄραγε δὲν μᾶς ἐφοδιάζει μὲ ἕνα ἰσχυρὸ ἀξιολογικὸ κριτήριο; Ποιὸς λόγος νὰ θεμελίωσε ἄραγε αὐτὴ τὴν ἐπιλογὴ τῶν θεοφόρων Πατέρων;

Κι ἀκόμη, βάσει ποίας λογικῆς, ἀρκετὰ ἀργότερα, ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς καὶ οἱ μετ’ αὐτὸν ὑμνογράφοι διευρύνουν κι ἄλλο τὸ χάσμα καὶ γράφουν Ἰαμ­βι­κοὺς Κανόνες στὴν ἔτι ἀρχαιότερη καὶ πλέον «δυσνόητη» ὁμηρική, ποὺ ἀνα­μ­φι­βόλως δὲν μιλιόταν οὔτε “καταλαβαινόταν” ἐκείνη τὴν ἐποχή;

10. Μήπως ἡ παραδεδομένη γλῶσσα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας συνιστᾶ ἕνα αἰσθητοποιὸ ὑλικὸ καὶ συγχρόνως ἀσκητικὸ στοιχεῖο ἀποφυγῆς συ­σχη­ματισμοῦ μὲ τὸν κόσμο; Μήπως, δηλαδή, ἡ εἴσοδος στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο τῆς “ἀμετάφραστης” Λατρείας προικίζει τοὺς πιστοὺς μὲ ἕνα ὑποβοηθητικὸ στοι­χεῖο γιὰ τὴν ἔξοδό τους ἀπὸ τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου καὶ τὴν τρέχουσα κα­θημερινότητα καὶ γιὰ μιὰ «ἀληθινὴ εἴσοδο ἀπὸ ἔξω στὴν ἐκκλησία»; (R. Taft)

Ἐκ παραλλήλου θὰ συνιστοῦσε ἄραγε κατακριτέα καὶ ἀπορριπτέα ὑπερ­βο­λὴ ἡ παρομοίωση, ἡ ἀναγωγικὴ ἑρμηνεία τῶν κατακομβῶν (τοῦ κριτηρίου των) μὲ τὴν διατήρηση τῆς ἐκκλ. γλώσσης τῆς Λατρείας; Δηλαδὴ ὅπως οἱ ἀρ­χαῖοι Χριστιανοὶ κρύβονταν ἐπὶ τρεῖς αἰῶνες στὶς κατακόμβες, γιὰ νὰ προσ­φέ­ρουν τὴν Λατρεία τους στὸν Θεό, ἔτσι καὶ σήμερα οἱ ἑλληνόφωνοι Χριστια­νοὶ ὑπὸ τὸν ἀκήρυκτο συνειδησιακό, ἀξιακό, γλωσσικό, πνευματικό, γιατὶ ὄχι καὶ ἐθνικό, διωγμὸ “διασφαλίζουν” τὴν Λατρεία τους καὶ τὴν Πίστη τους στὸ ἀσφα­­λέστερο περιβάλλον τῆς ἤδη ἐκκλησιαστικῆς γλώσσης; Μέσα σ’ ἕνα κό­σμο πλήρους συγχύσεως ἐννοιῶν, ἀρχῶν, δομῶν καὶ ἀξιῶν, ὅπου οἱ λέξεις κατακερματίζονται, τὰ νοήματα διαμελίζονται, ὁ λόγος ἀποδομεῖται,  ἡ συνεί­δη­ση ξεχαρβαλώνεται καὶ ἡ συνεννόηση καθίσταται ὅλο καὶ πιὸ δύσκολη, ἄρα­γε ἡ «μετάφραση» τῶν πεζῶν καὶ ποιητικῶν μερῶν τῆς Λατρείας δὲν φαν­τά­ζει σὰν τὸ τελευταῖο “ἀπονενοημένο” διάβημα, νὰ αὐτοεμπλακεῖ δηλαδὴ ἡ (ἑλ­ληνόφωνη) Ἐκκλησία σὲ ἕνα φαῦλο κύκλο “νεογλωσσικῶν ἐρίδων” περὶ τὶς λέ­ξεις, τὰ νοήματα, τὶς σημασίες, τὶς ἀποχρώσεις, ἐνῷ ἔχει τὸ πολύτιμο προνόμιο τῆς ἀκριβοῦς ἐκφράσεως-διατυπώσεως;

11. Ἐξ ἄλλου ἡ Λατρεία ἀποτελεῖ μιὰ σύνθεση ποὺ ἔχει σχηματισθεῖ μέσα στὶς πνευματικὲς ζυμώσεις πολλῶν αἰώνων καὶ περικλείει ζωντανὰ στοιχεῖα ἱστο­ρικῆς (καὶ ἐσχατολογικῆς) μνήμης, παροντοποιεῖ τὰ σωτηριώδη γεγονότα τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας ἀλλὰ παραλλήλως κουβαλάει κι ὅλο τὸ σφρίγος μιᾶς Ἐκκλησίας ποὺ πάλεψε καὶ παλεύει μέσα στοὺς αἰῶνες νὰ διαφυλάξει τὴν Πίστη ἀκριβῶς διατυπωμένη καὶ ἀνόθευτη καὶ παρέχει τὴν δυνατότητα νὰ ψη­λαφήσουμε τὶς διαφορετικὲς ἱστορικὲς στρωματώσεις. Δικαιούμαστε νὰ παρα­κάμψουμε αὐτὴ τὴν παράμετρο;

Ἀλλὰ κυριότερο κριτήριο, ποὺ ἴσως ἀμφισβητεῖ τὴν πρακτικὴ λογικὴ τῆς «με­ταφράσεως» εἶναι τὸ ἱστορικό: Ἡ ἴδια ἡ  “ἐπιλογή” τοῦ Κυρίου γιὰ τὸν χῶ­ρο καὶ τὸν χρόνο, τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες τῆς ’Ενσαρκώσεως, τοὺς Μαθητές Του, τὴν Ἵδρυση τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τὴν συγγραφὴ λίγο ἀργότερα τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῶν Ἐπιστολῶν τῆς Καινῆς Διαθήκης μὲ (κτιστό) ἐργαλεῖο χαράξεως, σημάνσεως, γραφῆς, περιγραφῆς, καταγραφῆς τῆς ἱστορικῆς ἀπαρ­χῆς καὶ φανερώσεως τῆς Σωτηρίας τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Δὲν νομιμοποιούμαστε ἄραγε νὰ θεωρήσουμε πὼς κατὰ ἕνα τρόπο προνομιακὸ –ὄχι ὅμως νομικὸ ἢ ἀποκλειστικὸ– “κλείδωσε” ἡ τότε ἑλληνικὴ γλῶσσα;

12.  Δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση –μακάρι ἐσφαλμένη– πὼς ἡ Λατρεία (καὶ ἡ γλῶσ­σα της) ἀντιμετωπίζεται ἂν ὄχι ὡς δοκιμαστικὸς σωλήνας ἢ κρυσταλ­λο­πί­νακας καταστήματος στὴν ὁδὸ Σκουφᾶ (!…), τουλάχιστον ὡς εἶδος θρησκευ­τι­κῆς “παραστάσεως”, ἕνα εἶδος “σκηνικοῦ ντεκόρ”, ὁπότε κάλλιστα εἶναι θεμι­τοὶ  πάσης φύσεως (δηλαδὴ ὄχι μόνο γλωσσικοί…) πειραματισμοί. Ἡ Λατρεία ὅμως εἶναι ἔκφραση τῆς Πίστεως καὶ τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς τῆς ἐκ­κλησιαστικῆς κοινότητος, ἀρχαιόθεν. Κατὰ συνέπειαν στὴν Λατρεία ἐκτὸς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ἔχουν ἀποτυπωθεῖ καὶ τὰ “ἀνώτατα ἐπίπεδα πνευ­μα­τικότητος”, τῆς ὀρθοδόξου ζωῆς, ὡς δεῖκτες, ὡς φάροι, μὲ τὸν ἀνθρωπίνως ὑψηλότερο γλωσ­σι­κὸ τρόπο. Συναφῶς, ἡ Λατρεία, ἐξαιρέτως δὲ ἡ Θ. Λειτουργία, εἶναι ἀδιάσπα­στα συνδεδεμένη μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἄσκηση, τόσο ποὺ  μιὰ Λειτουργία χω­ρι­σμένη ἀπὸ τὴν “πνευματικότητα”, τὴν πνευματικὴ προετοιμασία, κατὰ τὸν ἐκ­κλησιαστικὸ τρόπο, νὰ κινδυνεύει νὰ μετατραπεῖ σὲ “ἱερὸ θέατρο”. Ἡ ἄσκη­ση  ὅμως σήμερα εἶναι μιὰ ἀκόμα “ἀκαταλαβίστικη γλῶσσα”, μιὰ “ἀ-κατα­νόη­τη” ὑπόθεση, γιὰ τὸ συντριπτικὰ μεγαλύτερο μέρος τῶν ἀνθρώπων, ὁπότε μήπως ἡ «μετάφραση» ἀποκεκομμένη ἐμμέσως μέν, ἐμπράκτως δέ, ἀπὸ τὴν “ἀμετάφραστη γλῶσσα τῆς ἀσκήσεως” θὰ τοὺς ἐξασφαλίσει μιὰ ἀνέξοδη καὶ “κατα­νοητή” “παράσταση”;

13. Κρατῶ προτελευταία τὴν ἀναφορὰ στὸ μέγα θέμα τῆς ἑρμηνείας καθ’ ἑαυ­τήν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἀναπόφευκτη κατὰ τὴν νεοελληνικὴ ἀπόδοση. Γι’ αὐτὸ τὸ θέμα ἐγκρατεῖς θεολόγοι, φιλόλογοι καὶ διανοητὲς ἔχουν ἐπιχειρηματολογήσει. Σύντομα ὅμως ἐπαναλαμβάνω ὡς ἐρώτημα: ἄραγε δὲν εἶναι ἀναντιλέκτως ἀπο­δεκτὸ ὅτι πάντα μιὰ μετάφραση εἶναι μιὰ προδοσία; Ποιὸς ἀναλαμβάνει μιὰ τέ­τοια εὐθύνη; Κι ἂν τὴν ἀναλαμβάνει γιὰ τὴν “προδοσία”, τὴν ἀναλαμβάνει καὶ γιὰ πιθανὸ σχίσιμο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας;

14. Γιὰ τελευταία ἄφησα μιὰ σκέψη κάπως προσωπικότερη: Μοῦ φαίνεται λίγο δυσανάλογη, ὀξύμωρη καὶ αἰθερία ἡ “ἐργώδης” αὐτὴ ὑποστήριξη τῆς «με­τα­φράσεως» ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὡς πρὸς τὴν διαμορφωμένη κοινωνικὴ κατάσταση καταρρεύσεως στὴν Ἑλλάδα, «ὅπου δὲν ἔχει μείνει τίποτα ὄρθιο, ὅπου οἱ κάθε λο­γῆς αὐθαιρετοῦντες ἁπλῶς ἀποτελειώνουν, μὲ τὰ δικά τους μέσα, τὸ κατα­στροφικὸ ἔργο τῶν ἐλὶτ τοῦ κατεστημένου. Ψάχνεις ἀπεγνωσμένα γιὰ ἐλπίδα καὶ βλέπεις παντοῦ ὠμὴ ἰδιοτέλεια καὶ ξεδιάντροπη ὑποκρισία» (Χαρίδ. K. Τσούκας, http://news.kathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_11_15/03/2009_307687 ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὡς πρὸς τὴν προφητικὴ διακονία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, στὶς μέρες μας. Ἁπλούστερα, μοῦ φαίνεται πιὸ ρεαλιστικός, πιὸ ἐπείγων καὶ πιὸ συμβατὸς μὲ τὶς σημερινὲς ἀνάγκες ἕνας χαμηλόφωνος ἑρμηνευτικὸς  καὶ (εἰ δυνατόν) βιω­μα­τικὸς λόγος γιὰ τὶς ἀλήθειες τῆς Πίστεως καὶ συνολικὴ ἀναθεώρηση τρόπου ζωῆς, μιὰ ζωντανή, θερμή, ἢ καὶ αἱματηρὴ μαρτυρία ἀγάπης Χριστοῦ, παρὰ μιὰ “ἐργολαβία” Λειτουργικῆς Μεταρρυθμίσεως (μεταφράσεως).

Ἂν οἱ ἄνθρωποι σήμερα τείνουν νὰ ἀποστρέφουν τὸ πρόσωπό τους ἀπὸ τὴν Ἐκ­κλησία, μοῦ φαίνεται πὼς δὲν τὸ κάνουν τόσο γιατὶ δὲν κατανοοῦν τὴν γλῶσ­σα τῆς Λατρείας, ὅσο γιατί, πρῶτον, δὲν κατανοοῦν ὅτι ὑπάρχουν ἀρκετὰ πράγματα ποὺ δὲν “κατανοοῦνται”, γιατί, δεύτερον, δὲν κατανοοῦν  τί ἀκρι­βῶς “ἐννοοῦν” τὰ ἐκκλησιαστικὰ λόγια (ἀκόμα καὶ μεταφρασμένα), δὲν κατα­λα­βαίνουν δηλαδὴ τί νόημα μπορεῖ νὰ ἔχουν τὰ “λόγια”, τὰ νοήματα, τὰ πρά­γματα τῆς Ἐκκλησίας στὴν ζωή τους (καὶ δὲν βρίσκεται εὔκολα κάποιος ἱκανὸς νὰ τοὺς τὰ καταστήσει ζωντανά, νὰ τοὺς τὰ ἑρμηνεύσει ἀληθινά) καὶ γιατί, τρί­τον, ἴσως καὶ οἱ ἴδιοι νὰ μὴ ἔχουν καὶ πάρα πολλὴ ὄρεξη νὰ “καταλάβουν” κά­τι ἀπὸ τὴν Ζωή, τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Κύριος Ἰησοῦς δῴη ἡμῖν δώρημα ἀγαθόν: κάποτε κάτι νὰ καταλάβουμε.

 

ἐλάχιστος ἐν πρεσβυτέροις

Ἀθανάσιος Στ. Λαγουρὸς

ἐφημ. Ἱ.Ν. Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς

ΠΗΓΗ Alopsis